Σελίδες

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

πρόβα ανάσας σε παράσταση ύπνου


Σε κείνη τη “γνώριμη” ώρα της τηλεόρασης, που ο καθένας έχει τη θέση του και κανείς δε τολμά ούτε να σκεφτεί να την αλλάξει ή να πάρει του αλλουνού. Η πολυθρόνα δίπλα στον καναπέ, πιασμένη από κείνον. Με ένα σκαμνάκι στα πόδια να τα απλώνει και μια κουβέρτα να μην κρυώνουν. Στην άκρη του καναπέ – που ήταν κοντά στην πολυθρόνα – καθόταν πάντα εκείνη. Πάντα δυσκολευόταν με κείνο το σκαμνάκι, όταν έπρεπε να σηκωθεί για να του φέρει νερό/βάλε λίγο κρύο είναι πολύ ζεστό/βάλε λίγο ζεστό είναι μπούζι/έμεινε καθόλου σταφύλι;/δε μου φέρνεις ένα γιαούρτι/μα με μικρό κουτάλι;/φέρε ένα μεγάλο/ένα μαξιλάρι για τον αυχένα... ό,τι θυμόταν κάθε φορά. Και η μνήμη του ήταν σε πλήρη δραστηριότητα κάθε φορά που την έβλεπε να κάθεται. Ειδικά στα σήριαλ που εκείνος δεν καταλάβαινε και πολύ τι γινόταν και κείνη φαινόταν τόσο απορροφημένη που τολμούσε να του λέει και κανένα “σε λίγο θα στο φέρω”, τότε πια οι παραγγελιές γίνονταν καταιγιστικές.

Εκείνο τον καιρό, ήταν στα πάνω τους τα φροντιστήρια στην Αθήνα. Τα μεγάλα. Αυτά που σου έκοβαν χαρτάκι αναμονής για την καταξίωση. Δε γινόταν να θες να σπουδάσεις και να μην πηγαίνεις σε φροντιστήριο στην Αθήνα. Πήγαινε και κείνη. Σχόλαγε στις 10. Έφτανε στο σπίτι κατά τις 11.
Κι αν καμιά φορά τελείωναν νωρίτερα, δεν γυρνούσε σπίτι πριν τις 11. Ακόμα κι όταν δεν είχαν κάτσει κάπου με τους υπόλοιπους να χαίρονται το ξαφνικό κενό. Ακόμα κι όταν ήταν μόνη της, περίμενε να πάει 11. Γιατί τότε ήταν ήσυχα. Εκείνος είχε κοιμηθεί στην τηλεόραση κι έτσι δεν υπήρχε πολύ πηγαιν' έλα ούτε πολλές κουβέντες. Έμπαινε σιγά να μην τον ξυπνήσει. Τα βλέμματά τους μ εκείνη ήταν εκπαιδευμένα. [Έχει φαγητό στην κουζίνα – Εντάξει – Να σηκωθώ; - Όχι κάτσε κει που κάθεσαι]. Εκείνη και Κείνη είχαν μάθει από καιρό να μιλάνε χωρίς λέξεις. Ίσως γιατί τα βλέμματα εκείνος δεν τα έπιανε. Ήταν πολύ απορροφημένος στον εαυτό του για να τα καταλάβει ή έστω να τα παρατηρήσει.

Έτρωγε πάντα όρθια και ήσυχα. Να μην τον ξυπνήσει. Να προλάβει να πάει στον καναπέ να ξαπλώσει με το κεφάλι στην αγκαλιά της. Ούτε θυμάται πότε ανακάλυψε για πρώτη φορά πως όταν την έπαιρνε ο ύπνος εκεί, εκείνη άρχιζε δειλά δειλά να της χαϊδεύει την πλάτη. Μια φορά που ξύπνησε, το χάδι ένιωσε αμηχανία. Πάγωσε για μια στιγμή και δήθεν αδιάφορα σιγά σιγά απομακρύνθηκε το χέρι.
Άρχισε να κάνει πρόβες ανάσας. Παραφύλαγε τον εαυτό της τη στιγμή που έμπαινε στην τελική ευθεία του ύπνου, να δει το ρυθμό της ανάσας της. Πως βάραινε λίγο, πώς γινόταν πιο αργή, πιο βαθιά... και την αποτύπωνε. Έκανε πρόβες - μέχρι που την πέτυχε. Ήξερε σε πόσο χρόνο και με τι ρυθμό θα “την έπαιρνε ο ύπνος” και ανυπομονούσε, αγωνιούσε – λες να καταλαβαίνει οτι δεν κοιμάμαι;- μέχρι να αρχίσει το χάδι στην πλάτη. Και έμαθε – άν τύχαινε να την πάρει ο ύπνος – να μην δείχνει οτι ξύπνησε. Για να μη φοβηθεί το χάδι και κρυφτεί. Εκείνες τις στιγμές – που ανάλογα με το πόσο κρατούσε το σήριαλ, κρατούσε και το χάδι στην πλάτη- εκείνες τις στιγμές, γαλήνευε. Ησύχαζε. Βυθιζόταν σε κείνο το ανεπαίσθητο χάδι και χανόταν στη σφαίρα που τίποτα δεν υπάρχει να την ανησυχεί.

Ούτε θυμάται πότε ξεκίνησε αυτό το “παιχνιδάκι”. Ούτε μπορεί να καταλάβει σε ποια άλλα μονοπάτια θα είχαν οδηγηθεί οι ανάσες της αν δεν υπήρχε καν αυτό το “παιχνιδάκι”. Ή αν δεν ήταν παιχνιδάκι αλλά η φυσική θέση του χαδιού. Αν δεν χρειαζόταν ένα σήριαλ για να υπάρξει. Τι σημασία έχει να θυμηθεί το Πότε; Τι σημασία έχει να καταλάβει το Τι ή το Πού; Φτάνει που θυμάται το Πώς.


Υ.Γ. Κάθε ομοιότητα με ανάσες, παιχνίδια και σήριαλ είναι καθ όλα πραγματική. Κάθε παρομοίωση με όλα τα άλλα είναι εντελώς συμπτωματική.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

“Έρωτας, έλλειψη και γλώσσα”

απόσπασμα...

...Στον έρωτα δίνουμε και παίρνουμε αυτό που δεν έχουμε. “Le don de ce qu' on n' a pas” μου έγραφε, μια δεκαετία αργότερα, τη φράση του Lacan ο Χρήστος. ¨Έτσι είναι, στον έρωτα χαρίζουμε αυτό που μας λείπει, ελπίζοντας πως το ίδιο θα κάνει κι ο άλλος. Πως θα μας χαρίσει αυτό που η έλλειψή του είναι τόσο βασανιστική. Κι αν δεν το κάνει, υποθέτουμε ότι δε μας ερωτεύτηκε αρκετά. ¨Ένα πλεόνασμα έλλειψης μαγικά κλειδώνει, σε κάτι σαν – δύο ελλείψεις κλειδώνουν σε μία κατάφαση, σε μία κατάσταση, όπου, της φαντασίας υπερέχουσας, πλανάται η μοναδική ευκαιρία για πληρότητα. Στον έρωτα, όταν δεν είναι άγιος, τίποτα δε μας ενώνει, αντίθετα, μας χωρίζει, αλλά και μας κρατά καθηλωμένους, το μέγεθος της έλξης. Επειδή τα αντίθετα έλκονται, κάθε μεγάλη έλξη μας διαφοροποιεί.
Σκέφτομαι ότι χάρις στην έλλειψη γράφω...”

Μαρία Μήτσορα, “Με λένε Λέξη”, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

πως τη λένε εκείνη την ευχή;

- αφού σε ταλαιπωρεί, γιατί δεν κάνεις κάτι; γιατί δε μιλάς μπας και καταλάβεις και συ τι ακριβώς γίνεται;
- τι να πω; 
- ό,τι σε απασχολεί. ό,τι σε κάνει τόσες μέρες τώρα να αναστενάζεις.
- είναι που δε μου φτάνει ο αέρας. ακούγεται πολύ ε;
- δεν είναι αυτό το θέμα μας
- τι είναι το θέμα μας
- το να μιλήσεις για ό,τι νιώθεις
- σκέφτομαι όλα αυτά που έγιναν
- δε σε ρώτησα τι σκέφτεσαι αλλά τι νιώθεις
- αυτά είναι κολπάκια ψυχολόγων, τα ξέρω
- τι νιώθεις;
- σκέφτομαι πόσο εύκολο είναι να ανατραπούν τα πάντα
- σου φαίνεται καινούργιο αυτό; ή άγνωστο;
- όχι, όχι αντιθέτως. με τόσες ανατροπές τα τελευταία χρόνια, το έμαθα καλά το παραμύθι
- δεν είναι παραμύθι. τις έζησες μία μία και ολόκληρες.
- ε... κατάλαβες τι λέω
- θα μου πεις;
- τι;
- τι νιώθεις;
- δεν ξέρω
- πως μοιάζει αυτό που νιώθεις;
- δεν ξέρω
- σου αλλάζει κάτι στον οργανισμό σου;
- ναι, πονάει το στομάχι μου
- που βρέθηκε ο όγκος στη Ρίτσα;
- στο στομάχι
- μμ.....
- τι θες να πεις; ότι πονάει το στομάχι μου επειδή κάνω προβολές; ε όχι δα! είμαι μεγάλο παιδάκι. ξέρω να τα ξεχωρίζω αυτά τα πράματα.
- ναι είσαι μεγάλο παιδάκι... τι σε συννεφιάζει τότε;
- οι ανατροπές. τι δεν έχω προλάβει. τι θέλω να προλάβω - αν θέλω κάτι τέτοιο δηλαδή.
- ποιος άλλος δεν πρόλαβε;
- η Τασία
- τι δεν πρόλαβε;
- να διαβάζει. μια ζωή τη θυμάμαι να λέει – όταν κλείσω το μαγαζί θα διαβάζω όλη μέρα / όταν τελειώσουμε το σπίτι θα διαβάζω όλη μέρα / όταν τακτοποιηθείς και συ θα διαβάζω όλη μέρα / αν πεθάνει πριν από μένα ο πατέρας σου, θα διαβάζω όλη μέρα.... όλα έγιναν. Και το μαγαζί έκλεισε και το σπίτι χτίστηκε και γώ τακτοποιήθηκα (λέμε τώρα) και κείνος πέθανε πριν από κείνη... Όλα έγιναν - μα εκείνη δεν πρόλαβε να διαβάζει όλη μέρα.
- και συ; εσύ τι θα έκανες αν μπορούσες;
- ...δεν ξέρω... μου έλεγε η Ρένα ότι αυτό που της κοστίζει πολύ με τον χωρισμό είναι που νιώθει ότι δεν θα είναι εύκολο να κάνει πάλι όνειρα. και πώς θα ζήσει χωρίς όνειρα; και σκέφτηκα εκείνη την ώρα, πόσα χρόνια έχω να κάνω όνειρα; πότε σταμάτησα; γιατί σταμάτησα;
- τι όνειρα θα έκανες τώρα;
- δεν ξέρω... δεν ξέρω καν αν θέλω να κάνω όνειρα. τα μόνα που μου έρχονται στο μυαλό είναι όσα δεν θέλω να συμβούν. πώς να λέγονται αυτά άραγε; αντίστροφα όνειρα; όταν εύχεσαι να μη γίνει κάτι;
- τι εύχεσαι να μη γίνει;
- να μην αρρωστήσω, να μη μείνω άστεγη, να μη μείνω ανήμπορη να δουλέψω... να μην πάθουν τίποτα οι αγαπημένοι μου, να μη δω σε κανένα βλέμμα απόγνωση – ούτε στο δικό μου. χμ...
- τι σημαίνει αυτό το μισό χαμόγελο;
- κάτι που μου έλεγε η Τασία όταν με άκουγε στα κάτω μου.
- τι σου έλεγε;
- Α! είχε σύστημα η Τασία σε κάτι τέτοια. είχε έναν μοναδικό τρόπο.
- δηλαδή;
- σε πήγαινε βήμα βήμα
- θα μου πεις;

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Καλό ταξίδι Ελευθερία...

Σ ευγνωμονώ που με αξίωσες να ζήσω την υπέρτατη τιμή να με κρατάς απ το χέρι - κι ας φαινόταν αλλιώς - στο δρόμο για το πιο σημαντικό ταξίδι.
Για όσα μου έδειξες και μου έμαθες για τον πόνο και την αξιοπρέπεια.
Σ ευχαριστώ που με αξίωσες να δω τη Λεβεντιά μπροστά στο θάνατο.

Καλό Ταξίδι στη γειτονιά των Αγγέλων... Ελευθερία.



Να δώσεις ένα χάδι στην Τασουλίτσα και να της πιάσεις τρυφερά τη μύτη – από μένα να της πεις... (κι ας κάνει ότι την πειράζει που της πιάνεις τη μύτη).

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

λίγο πριν / αμέσως μετά


το ένιωθε στον αέρα ... είχε ένα κράτημα, ένα φτερούγισμα, ένα σφίξιμο στο στήθος. καμιά βαθιά ανάσα δεν τη χόρταινε. το ΄ξερε ότι ήταν κοντά. αδημονούσε για τον ερχομό της. την ήθελε έντονη. ήταν εκεί, της έδειχνε όλα τα σημάδια. τίποτα δεν κράτησε τόσο κρυφό που να μη μπορεί να το καταλάβει. αλλά γιατί αργούσε; γιατί την κρατούσε έτσι... με μικρές γρήγορες κοφτές ανάσες...τη φόρτιση της αναμονής την ένιωθε σ όλο της το κορμί. ένιωθε εκείνον τον ανεξήγητο εκνευρισμό λίγο πριν τον ερχομό... λίγο πριν το ξέσπασμα. λαχταρούσε να πέσει πάνω της, να τη λυτρώσει. να εκτονωθεί. να γίνει συνεχής ή εναλλασσόμενη - δεν την πείραζε. αρκεί να μην ήταν στατική. η αναμονή κράτησε μερικές ώρες. δεν τη χώραγε ο τόπος. τη λυπήθηκε; δεν άντεξε ούτε κείνη να περιμένει; κανείς ποτέ δεν θα μάθει. Και... Ήρθε! ξεκίνησε απαλά, ίσα για να μην την τρομάξει. να την πάρει απαλά προς το μέρος της. άρχισε - αργά - να δυναμώνει. κάθε σταγόνα πιο έντονη, κάθετη, πιο γρήγορη. ίδια με τους χτύπους της καρδιάς της. άρχισε να γίνεται δυνατή. όπως την περίμενε! Καταρρακτώδης! Απαιτητική! Παρούσα με όλα της τα στοιχεία! βγήκε να τη συναντήσει. χωρίς καμιά προφύλαξη. χωρίς καμιά αναστολή, χωρίς να σκεφτεί καμιά συνέπεια. κι ας φώναζαν οι λογικοί κι ας την περνούσαν για “παρμένη” οι συνετοί. βγήκε να την συναντήσει στη μέση του μεγαλείου της. να νιώσει να διαπερνά τα ρούχα της, τα μέλη της, τις αισθήσεις της, το είναι της! ένα ξέσπασμα όπως της άρμοζε...την έβρεξε, τη λύτρωσε απ όλη τη μαζεμένη ένταση. ο,τι στατικό υπήρχε πάνω της, το πήρε και το έδωσε ό,που ανήκει. και τότε, ακριβώς τη στιγμή που άρχισε να νιώθει την αντάρα μέσα της να καταλαγιάζει, όταν άρχισαν τα μέλη της να χαλαρώνουν, έκανε το μεγαλειώδες φινάλε. Ένας κεραυνός! να ταράξει τα πάντα! να επιβάλλει την υπεροχή της. με μία μόνη κίνηση. με έναν μόνο ήχο! το τελευταίο κράτημα της ανάσας πριν τη λύτρωση. έκαψε και έσβησε ό,τι βρέθηκε στο διάβα της. άρχισε να ησυχάζει... να γίνεται απαλή, τρυφερή.... “ποτιστική” τη λένε οι συνετοί και κείνη χαμογελάει για τη συνωμοσία. την άφησε σιγά σιγά... να χορτάσει πάλι ανάσες... να γίνει αυτό που τελικά ήθελε: Διαρκής και Εναλλασσόμενη.


Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Αχ... Σεβντάδες

Αχ Σεβντά μου δε σε χόρτασε η καρδιά μου...
μα... ο Σεβντάς των κοριτσιών είναι παραπανίσιος...

Υ.Γ1. Η Riski φταίει που μου το θύμισε....
Υ.Γ.2 Μη σας παραπλανήσει το "μαύρο". Σεβντάς είναι ολόκληρο... Καλή ακρόαση!

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Μπερεκέτια!

«...για χατίρι των ορφανών έπρεπε να ξαναπαντρευτεί και να πάρει γυναίκα καλή και άξια που να του τα μεγαλώσει. Δεν παντρευόταν για τον εαυτό του, παντρευόταν για χατίρι των παιδιών, γι αυτό μπορούσε δίχως ντροπή να φωνάξει προξενήτρα και να πει ελεύθερα τη γνώμη του χωρίς να παρεξηγηθεί για το κακό του γούστο. Τη δεύτερη γυναίκα του την παράγγειλε καλόκαρδη, γερή, άξια, καλή μαγείρισσα, «επ ουδενί λόγω διανοουμένην, ευαίσθητον και εί δυνανατόν ευτραφή». Και τόσο πολύ επέμενε στο τελευταίο σημείο, που η προξενήτρα τον λυπήθηκε και έβαλε τα δυνατά της να ψάχνει.
Η γυναίκα βρέθηκε και η γυναίκα αυτή ήταν η Λωξάντρα.

Σαν είδε ο Δημητρός μπροστά του τη Λωξάντρα, φαρδύπλατη μακρόσκελη λεβέντισσα, γεροδεμένη δωρικιά κολόνα, να μπαίνει στην κάμαρα κρατώντας το δίσκο με το γλυκό στα χέρια της, άνοιξε η καρδιά του.
 ….όμορφη δεν ήταν, γιατί η όμορφη κοπέλα έπρεπε να έχει μέση δαχτυλίδι… Και όμως γιατί ταράχτηκε έτσι ο Δημητρός; Γιατί είπε το ναι αμέσως χωρίς να βεβαιωθεί καν αν ήτανε κατάλληλη για τα παιδιά του, αφού για χατίρι των παιδιών παντρεύουνταν;

Μ΄αυτή την απορία έπεσε ο Δημητρός εκείνο το βράδυ να κοιμηθεί και όλη τη νύχτα έβλεπε στον ύπνο του τη Λωξάντρα…….
….Τι όνειρο ήταν αυτό; Μπερεκέτι. Μεγάλο μπερεκέτι!

Κέρασμα

«Μουχαλεμπί και γκιούλ σερμπέτ ο αναστεναγμός σου
Και του Χατζή Μπεκίρ λοκούμ ο τρυφερός λαιμός σου.
Ο κάθε λόγος σου γλυκός, σαν ραβανί αφράτος,
Και σαν Αιβάν – Σεράι λοκμάς με μέλι μυρωδάτος»


Απόσπασμα από τη "Λωξάντρα" της Μαρίας Ιορδανίδου

Ένα κέρασμα λίγο πριν φύγω για ένα βουνό που αγαπώ ιδιαίτερα. Εδώ γύρω θα είμαι να κρυφοκοιτάω. Μαστίχα υπάρχει μπόλικη για όλους. Λοκμάς και Ραβανί, για όσους προλάβουν.  Να σας προσέχετε γιατί για κάποιους είστε τα πολυτιμάκια τους. 


Υ.Γ.  Ένα κομμάτι ραβανί έχω κρύψει πίσω από τη λεζάντα για τον Αύγουστο  Κορτώ για το γέλιο που μου χάρισε :)
Μην το φάτε ε; 


Υ.Γ.Ενημερωτικόν: Το υποβρύχιο της φωτογραφίας είναι για τον Βιβλιοθηκάριο - για την περίπτωση που δεν το κατάλαβε :) . 

Ανάμνηση μέλλοντος

Η ψύχρα τη χτύπησε στο πρόσωπο. Ξαφνιάστηκε. Τι ώρα ήταν; προσπάθησε να θυμηθεί τι καιρό είχε το πρωί όταν μπήκε στο κτίριο. Δε μπόρεσε. Η ψύχρα και το ψιλόβροχο την ανάγκασαν να αφήσει τις πολυτέλειες. Έτσι κι αλλιώς, χρόνια τώρα, δεν βλέπει τις αλλαγές της μέρας. Δεν ξέρει αν έχει ήλιο ή βροχή ή κρύο, αν γλύκανε ή αν τσούζει. Τις εποχές τις καταλαβαίνει απ τα ρούχα που φοράει. Κατεβαίνει τη Λυκαβηττού και διασχίζει την Ακαδημίας απέναντι, να πάρει ταξί.

Η Ακαδημίας έρημη. Ένα δυό αυτοκίνητα, με προσοχή στο βρεγμένο δρόμο. Δεν πρέπει να έβρεξε πολύ. Ίσα να κάνει το δρόμο να γλυστράει. Δεν θέλει να δει τι ώρα είναι. Φάνηκε ένα ταξί. Έρχεται ήρεμα... Σταματάει ήσυχα μπροστά της. Κάθεται στο πίσω κάθισμα. Νιώθει να βουλιάζει σε μια γλυκιά ατμόσφαιρα.

Την περιμένει να καθίσει, να πάρει μια ανάσα.

- Καλησπέρα σας, ακούει τη φωνή του. Βαθιά, ήσυχη, ήρεμη, με μια δόση χαμόγελου που δε μπορεί να το δει όμως.
- Καλησπέρα σας. Στην Καλλιθέα πηγαίνω.
- Να κατεβούμε τη Συγγρού;
- Ναι, όπως νομίζετε καλύτερα...

Ξεκίνησε. το αυτοκίνητο αφέθηκε στο δρόμο ήσυχα. Κανένα τράνταγμα. Φώλιασε στο κάθισμα... Τον κοίταξε... φαινόταν γλυκός. Τα μάτια του ήταν μεγάλα με μια αδιόρατη μελαγχολία. Το αυτοκίνητο μύριζε φρέσκο καφέ. Λες και μόλις τον έψησε. Τι όμορφα μυρίζει ο καφές στην κούραση...

Μια μουσική ακουγόταν αλλά δε μπορούσε να εντοπίσει τι. Δεν ήθελε κιόλας. Έμεινε να μυρίζει τον καφέ και να κοιτάει εκείνον που κοιτούσε το δρόμο. Κοιτούσε και τους πλαϊνούς καθρέφτες. Χωρίς καμία αγωνία. Ο δρόμος ήταν δικός του. Τον κοίταζε γνώριμα και σίγουρα. Έβλεπε το χέρι του πάνω στο τιμόνι. Δεν το κρατούσε. Το είχε ακουμπήσει πάνω του συντροφικά. Ίσως να διέκρινε κι ένα άγγιγμα αλλιώτικο.

Πλησίαζαν στο σημείο που θα έστριβε.
- Μπορώ να σας ζητήσω μια χάρη; τον ρώτησε
- Παρακαλώ.. της είπε χαμογελώντας.
- Μπορούμε να συνεχίσουμε τη Συγγρού ως το τέρμα και μετά να ανεβούμε τη Βενιζέλου;
- Βεβαίως και μπορούμε.
- Σας ευχαριστώ πολύ.
Τώρα μπορούσε να απολαύσει τη διαδρομή που υπάρχει μόνο για κείνη. Μέσα σε ένα αυτοκίνητο που προσέχει πολύ τους κραδασμούς του. Με έναν οδηγό που έχει την έγνοια της. Πήρε βαθιά ανάσα. Ο καφές έχει γεμίσει τις αισθήσεις της. Εκείνος με το γλυκό του βλέμμα στο δρόμο και τα χέρια του στο τιμόνι.

Αφέθηκε να τον κοιτάει. Την μαγνήτιζαν τα χέρια του. Το άγγιγμα του. Είχε όμορφα δάχτυλα. Ακολουθούσε τις ελάχιστες διαδρομές τους. Προσπαθούσε να νιώσει την ανεπαίσθητη πίεσή τους στο δέρμα του τιμονιού. Ο δρόμος ήταν μόνο για κείνη.

Θα το ζήσω κάποτε αυτό. Απ τη δική του θέση... και μόνο νύχτα... σκέφτηκε και χάθηκε στην ανάμνηση του μέλλοντος.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Πως ν΄αντέχεις στο Σίφουνα

Όταν ο στοχαστής βρέθηκε σε μια μεγάλη καταιγίδα καθόταν σ΄ ένα μεγάλο αμάξι κι έπιανε πολύ τόπο. Το πρώτο που έκανε ήταν να κατεβεί από το αμάξι. Το δεύτερο ήταν να βγάλει το σακάκι του. Το τρίτο να ξαπλώσει χάμω. Έτσι άντεξε στο σίφουνα μικραίνοντας όσο μπορούσε περισσότερο. Σαν το διάβασε αυτό ο κ. Κ. Είπε: Είναι χρήσιμο να κρατάς τη γνώμη που έχουν οι άλλοι για το άτομό σου. Αλλιώς δεν θα σε καταλάβουν.

Μπέρτολτ Μπρέχτ, “Ιστορίες του κ. Κόϋνερ”, Εκδόσεις Θεμέλιο