Σελίδες

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Creative and Common

Σύγκλιση φίλε, σύγκλιση!

Ζούμε στο μάτι του κυκλώνα της. Λεφτά πολλά λεφτά για τη σύγκλιση. Πληρώνεται ακριβά σου λέω. Το κόστος και το τίμημα ανυπέρβλητα.

Συγκλίνουμε κεφάλια, κορμιά, μυαλά, συγκινήσεις, λόγια, και όνειρα άμα θες, βέβαια και όνειρα!

Όλα υπό σύγκλιση. Και να σου πω και το καλύτερο; όλα ψηφιακά ρε συ! Μα ναι, τι, παιδιά είμαστε τώρα;  Απ την άνεση του σπιτιού σου λέμε!!

Γι αυτό σου λέω! Θα κάνω σεμινάριο! Να διδάξω την κοινή χρήση!

Τι, αμφιβάλλεις ότι έχω τα προσόντα να το διδάξω;

Ξέρεις τι καλή κοινόχρηστη είμαι; Άλλο να σου λέω κι άλλο να με βλέπεις.

Μα ναι! Ασφαλώς θα έχει προϋποθέσεις!

Ο καλός κοινόχρηστος θα πρέπει να λειτουργεί με βάση τις εγκεκριμένες άδειες κοινής χρήσης. Τη λένε και δημιουργική. Creative Common!

Μα τι δεν καταλαβαίνεις;

Για παράδειγμα ρε παιδί μου.

Έχεις ανάγκη να πάρεις έναν άνθρωπο, να γράψεις, να στείλεις μήνυμα, να δεις - μια μέρα, η μια νύχτα, δεν έχει σημασία η ώρα. Έχεις την ανάγκη να εκφράσεις έναν πόθο πουχου, μια λαχτάρα, μια τσαντίλα, ένα θυμό, θες κάποιον για να κολλήσεις, ή κάποιον για να ξενερώσεις, κάποιον να ερωτευτείς για μια ωρίτσα, κάποιον να συμβουλευτείς για το πρόβλημα με τη γκόμενα ή το γκόμενο, κάποιον να πεις το πρόβλημα με το παιδί σου, με μια φίλη, μ έναν φίλο, με το γείτονα ή έναν άγνωστο... θες κάτι έξω από ή μέσα στα καθιερωμένα, θες μια έμπνευση, ή κάποιον για να τα χώσεις. Θες σαν άνθρωπος να γοητευτείς και να γοητεύσεις ή απλώς μπορεί να θες να δοκιμάσεις καμιά καινούργια καλή ατάκα. Θες για μια στιγμή να γίνεις ρομαντικός ή κυνικός. Ακόμα ακόμα – άνθρωπος είσαι – θες κάποιον να σε απογοητεύσει βρε αδερφέ.
Ε, ο κοινόχρηστος άνθρωπος θα είναι εκεί για όλα. Και για ακόμα περισσότερα. Δημιουργικά συνεπής.

Ναι θέλει ένα ταλέντο. Αλλά βασικά θέλει καλή γνώση και απόλυτη τήρηση των κανόνων.
Εχεμύθεια, σιωπή, καλή άρθρωση, χαμόγελο, κατανόηση, χιούμορ, εξυπνάδα, ανωτερότητα, καμία προσδοκία, καμία απαίτηση και κυρίως ταχύτητα. Δεν έχουμε χρόνο φίλε.

Και να σου πω το πιο καλό; Όταν τελειώσει η ανάγκη σου, τελειώνει η σύμβαση. Χωρίς κόστος, χωρίς υποχρεώσεις. Ξεκάθαρα πράγματα.

Μα που ζεις; Σοβαρά τώρα, δεν έχεις ακούσει για την ψηφιακή σύγκλιση; Για τα creative commons;

Εντάξει με χαλάει λίγο αυτό το ουδέτερο. Δεν είμαστε “τα”. Είμαστε “οι”. Αλλά στο χέρι μας είναι να το αλλάξουμε. Να καταξιωθούμε στην κοινή συνείδηση.

Ταχύρρυθμα σεμινάρια κοινής χρήσης φίλε. Λέω να τα ξεκινήσω άμεσα.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Ήθος, Μύθος, Έθος

Ήθος, έθους μύθος;

Έθος, μύθου ήθος;

Μύθος, ήθους έθος;

Ήθος - Μύθος - Έθος... ατάκτως κεκαυμένα.


Τα ερωτήματα σε αναμονή.
Τα απαντήματα λαμβάνουν τη φυσική τους θέση. Γονιμοποιούν τις ερωτήσεις και τις εμμονές μου.


Έτσι φαίνεται να καταλήγει προς το παρόν, η γραπτή, με τα εις – θος, συγκυρία: πάθος-λάθος -άχθος.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ήθος έθος άχθος


Ήταν η τρίτη φορά σήμερα που έφτασε η κυραλένη ως την πόρτα και κοίταξε μέσα. Τις προηγούμενες δύο, είδε κόσμο και έφυγε με ένα νόημα ότι θα ξανάρθει. Αυτή τη φορά έμοιαζε ανυπόμονη. Της έκανε νόημα, ποιος είναι μέσα και έσκυψε να δει.
Κατέβηκε το πρώτο σκαλί με ένα αχ.

“Αυτά τα γόνατα θα με γονατίσουν. Κάτσε να κάτσω λίγο να πάρω μια ανάσα” μα αυτό που έλεγε έμοιαζε πιο πολύ με δικαιολογία παρά με πόνο.
“ Έλα κάτσε κυραλένη μου να ξεκουραστείς. Τι να σου βάλω;”
“Τέλειωσε με τα κορίτσια – καλημέρα κοκόνες μου – και μου βάζεις μετά εμένα λίγο τρήμα να φτιάξω μια τυρόπιτα., μη λερώσεις τώρα τα χέρια σου. Τέλειωσε με τα κορίτσια, δε βιάζομαι. Το ΄βαλα το φαΐ και γίνεται.”

Την κυραλένη την είχε συμπαθήσει απ τις πρώτες μέρες που άνοιξε εκείνο το μικρό ημιυπόγειο μπακάλικο. Ήταν μαζεμένη. Δεν είχε πολλά πάρε-δώσε με τη γειτονιά και της φερνόταν σαν νάταν κόρη της.

Η κυραλένη ποτέ δεν της είχε πει κάτι για όσα έβλεπαν τα μάτια της. Μα πάντα της πέταγε ένα λόγο, που φαινόταν πως όλα τα καταλάβαινε. Γι αυτό και είχε αρχίσει να έρχεται – τάχα τη μία ξέχασε το ένα, την άλλη ξέχασε το άλλο – τα απογεύματα κατά τις έξι. Και ήταν βάλσαμο η παρουσία της.
Η πιο δύσκολη στιγμή της μέρας. Εκεί κατά τις έξι. Όταν ήταν κόσμος στο μαγαζί εκείνος δίσταζε να μιλήσει άσχημα. Και την κυραλένη – που ήξερε να μην τον φουντώνει – σαν να τη σεβόταν και ντρεπόταν μπροστά της.

“Το κάνει που το κάνει, τουλάχιστον να μη βρίζει”, σκεφτόταν. “Κι όχι για μένα. Για τη γειτονιά.”
Πόσες φορές είχε τύχει να μπει ξάφνου άνθρωπος στο μαγαζί την ώρα που έβριζε. Κι άντε μετά να μαζέψεις τα λόγια απ τη γειτονιά. Και καλά τα λόγια, πες εκείνον ντρόπιαζαν. Έλα όμως που εκείνη ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Για τα λόγια που άκουγε θες; για το που ήταν άντρας της θες; γι αυτό που έβλεπε στα μάτια τους θες; Ο,τι κι αν ήταν, δεν το ΄θελε.
Γι αυτό και κάθε απόγευμα όταν κόντευε έξι, τα μάτια της έμεναν στην πόρτα. “Μακάρι να ΄ρθει η κυραλένη πριν από κείνον” παρακαλούσε μέσα της.

Έξυπνη γυναίκα ήταν η κυραλένη. Φρόντισε να βρει τη δικαιολογία που είναι εκεί κάθε απόγευμα. 
“Τι να κάνω μόνη μου στο σπίτι; Φεύγουν όλοι και με πλακώνουν τα ταβάνια παλικάρι μου. Ευτυχώς είσαστε και σεις εδώ και περνάω μια ωρίτσα. Να ΄σαστε καλά και οι δυο σας. Σαν παιδιά μου σας νιώθω”.
Και κείνος δε μίλαγε. Και τι να πει; Έτσι κι αλλιώς δεν θα έμενε. Για το ταμείο περνούσε.
Άσε που όταν ήταν εκεί η κυραλένη δεν έβλεπε και κείνο το βλέμμα της γυναίκας του. Αυτό το βλέμμα ήταν που τον ανάγκαζε να κάνει καυγά . Έτσι, θυμωμένος, έφευγε πιο ήσυχος. Έπαιρνε τα λεφτά απ το συρτάρι κι έφευγε.
 Πρόσεχε να μην τον καταλάβει η κυραλένη και έχει να λέει. Και σιγά μην πάει ο νους της. Για τη γυναίκα του ήταν σίγουρος. Δεν θα μίλαγε ποτέ. Από πάντα της είχε μια περηφάνια που τον θύμωνε. Πολύ τον θύμωνε. Αν δεν τον κοιτούσε και έτσι... μια χαρά γυναίκα θα ήταν.

Με Κείνη – η κυραλένη – ποτέ δεν είχε μιλήσει ανοιχτά. Ποτέ δεν της είπε για όσα καταλαβαίνει. Την έβλεπε που ντρέπεται.
Και Κείνη, ήταν σίγουρη ότι η κυραλένη δεν έχει καταλάβει. Ήθελε να πιστεύει ότι ήταν τυχαίο. “Ευτυχώς που είναι έτσι μόνη της και κείνη και έρχεται ν΄ αλλάζουμε μια κουβέντα” σκεφτόταν.
Ησύχαζε μαζί της. Είχε τον τρόπο της να την γαληνεύει. “Όλοι οι άντρες την ίδια μούρη έχουν κόρη μου. Μην κοιτάς που όλοι μοιάζουν νοικοκυραίοι έξω. Το κάθε σπίτι έχει το βάσανό του”.

Δεν ήξερε ότι η κυραλένη την είχε δει ένα απόγευμα, πριν έρθει εκείνος, να παίρνει λεφτά απ το συρτάρι και να τα κρύβει στο στήθος της..
Έξυπνη γυναίκα ήταν η κυραλένη. Δεν ήθελε και πολύ να καταλάβει. Και το καφενείο που ξημέρωνε εκείνος, δεν ήταν μακριά. Μια γειτονιά ήταν όλα. Και τα καλά και τα κακά.

“Άνοιξες φύλο κυραλένη; πόσο τρήμα να σου βάλω;”
“Δε θέλω τρήμα. Έτσι το είπα μέχρι να φύγουν αυτές. Δεν ήθελα να μας ακούσουν. Έχω να σου πω κάτι και θέλω να μ ακούσεις. Σαν μάνα σου μιλάω”.
“Τι είναι κυραλένη μου; με τρομάζεις”
“Μην τρομάζεις. Για καλό είναι. Άκου. Ο γαμπρός μου είναι οικοδόμος. Το ξέρεις. Δουλεύει σ έναν εργολάβο εδώ παρα κάτω. Έμαθε οτι θα σηκώσουν μια πολυκατοικία μερικά στενά παρακάτω. Ο εργολάβος είναι καλός άνθρωπος. Την πολυκατοικία θα την κάνουν κάποιοι για τα παιδιά τους. Θα είναι γερή κατασκευή. Θα βάλουν καλά υλικά. Θα είναι λέει ψιλοτάβανο. Να πας να ρωτήσεις. Θα σου πω που είναι.”
“Τι λες κυραλένη μου; Με τίνος πλάτες θα πάω να πάρω σπίτι. Που να τα βρώ τα λεφτά; Μήπως αφήνει τίποτα...” πάγωσε η φράση στο στόμα της. Πως της ξέφυγε τέτοια κουβέντα;

“Μη σκας. Ξέρω τι λες. Ξέρω τι κάνει. Γι αυτό σου λέω. Απ το κουμάρι δεν σώθηκε κανείς. Δε θα σου αφήσει τίποτα. Η τσόχα σαν πηγάδι που τα ρουφάει όλα είναι. Βάλε τουλάχιστον ένα κεραμίδι στο κεφάλι σου. Να μείνεις με τα παιδιά σου. Σαν μάνα σου μιλάω κόρη μου. Να κάνεις αυτά που δεν έκανα εγώ. Αν τότε κουτσά στραβά έπαιρνα ένα σπίτι – φωνές ξεφωνές – τώρα δεν θα ήμουν στην ανάγκη του γαμπρού μου. Καλό παιδί – ο θεός να του δίνει όλα τα καλά, τίποτα δε μου λείπει. Μα αν είχα ένα σπιτάκι θα ήταν αλλιώς. Αλλά μ έφαγε και μένα ο φόβος τότε. Γι αυτό, άκου με! Θα πάμε μαζί. Με ξέρει ο εργολάβος. Με τη μάνα του μαζί περάσαμε στην κατοχή. Ξέρει από φτώχεια. Θα βοηθήσει.”
“Δε γίνεται κυραλένη μου. Και γώ στεναχωριέμαι και σκάω. Θα μείνουμε στο δρόμο αν πάθω κάτι. Αλλά πως; Πως να του πω τέτοια κουβέντα. Θα με σκοτώσει.”
“Άστον αυτόν πάνω μου. Εσύ δεν έχεις μαζέψει τίποτα; Δεν υπάρχει γυναίκα να μην κρατάει κάτι τις στην άκρη. Αυτά θα δώσεις για προκαταβολή.”
“Με τα ψέματα δεν παίρνεις σπίτι κυραλένη. Ναι, κάτι έχω μαζέψει. Για τα παιδιά. Να μην τύχει κάτι και που θα τρέξω για βοήθεια. Μόνη μου είμαι. Ότι βγάζει ο ίδιος τα ακουμπάει στα χαρτιά. Γι αυτό άνοιξα με χίλια ζόρια και παρακάλια αυτό το μαγαζί. Δε γίνεται κυραλένη μου. Μακάρι να γινόταν μα δε γίνεται” βούρκωσαν τα μάτια της. 
Ταξίδεψαν σε όσα δεν είχε και όσα δεν μπορούσε να ονειρευτεί. Όχι δεν ήθελε πολλά. Μια ήσυχη ζωή ήθελε μόνο. Να μην την τρώει η αγωνία και η ντροπή.

“Άκου με. Μαζί με όλα κι αυτό. Αν μπει στο χορό θα χορέψει. Άστον πάνω μου σου λέω. Θα τον κουλαντρίσω εγώ. Ξέρω τι θέλει”
“Δε γίνεται κυραλένη. Κι αυτά που έχω, άμα τα δει ο εργολάβος, θα γελάσει. Θα νομίζει ότι τον κοροϊδεύω.”
“Όχι σου λέω. Θα του μιλήσω εγώ. Μόνο να μου πεις το ναι και να πάμε μαζί αύριο κιόλας”

Ήταν γλυκιά η τρέλα να σκεφτεί ένα σπίτι δικό της.. Τουλάχιστον δεν θα είχε την αγωνία πού θα μείνουν αν... Μα πως θα το πει;

“Που θα πω ότι βρήκα τα λεφτά κυραλένη μου; Αν μάθει ότι μαζεύω θα τα παίρνει όλα. Και το μαγαζί δεν κρατιέται χωρίς λεφτά. Ούτε το σπίτι. Που τα βρήκα;”
“Εγώ! Εγώ θα πω ότι τα κανόνισα με τον εργολάβο. Θα ΄ναι μιλημένος και κείνος μη σκας. Θα βρούμε τον τρόπο. Μόνο να δεχτείς”
“Δε γίνεται. Δεν θα το πιστέψει. Και πως θα... “ μια σκέψη την σταμάτησε.
Πως θα τα δώσει εκεί που τα έχει;

“Δεν έχει πως και τι. Σιγά μην τον νοιάξει. Άμα του το πεις το απόγευμα πριν πάει στο καφενείο, όλα θα τα πιστέψει για να φύγει γρήγορα. Άσε και λίγα παραπάνω λεφτά στο συρτάρι εκείνη τη μέρα να χαρεί” της είπε με πονηρό ύφος.

Γέλασαν και οι δύο. Κι αυτό το γέλιο σαν να τα έσβησε όλα. Σαν να ήταν μάνα και κόρη. Σαν να ψήλωσε σε μια στιγμή!

“Εντάξει! Δευτέρα θα πάμε στον εργολάβο. Πειράζει πως θα είναι τα λεφτά;”
“Τι θα πει πως θα είναι; Τα λεφτά είναι λεφτά όπως κι αν είναι.”
“Θέλω να πω... να... τα μαζεύω να εκεί...”

Πήγε πίσω απ το ψυγείο και πήρε ένα πλαστικό μπουκάλι χλωρίνη.

“Τι είναι τούτο παιδάκι μου; Χλωρίνη;” τη ρώτησε με ορθάνοιχτα μάτια η κυραλένη.
“Εδώ τα μαζεύω κυραλένη μου”
“Μέσα στη χλωρίνη; Τι λες παιδί μου;”

Γέλασε ντροπαλά.

“Είναι άδειο το μπουκάλι. Όσα αδειάζουν τα κρατάω. Απ το άνοιγμα χωράει ακριβώς ένα εικοσάρικο. Πήρα το απόβαρο από ένα, το ζύγισα όταν γέμισε και έτσι τα μετράω. Δεν θα πάει ποτέ ο νους του να τα ψάξει εκεί. Αλλιώς τίποτα δεν θα έμενε”

Η κυραλένη απόμεινε να την κοιτάει. Δεν ήξερε να γελάσει η να κλάψει.

“Γι αυτό σου λέω αν πειράζει πως θα είναι. Πως θα τα δώσω έτσι;”

Η κυραλένη σηκώθηκε αποφασισμένη.

“Έτσι θα τα πας! Στα μπουκάλια! Και τα εικοσάρικα λεφτά είναι. Να τα δει κι αυτός πως τα μαζεύεις να θυμηθεί τη φτώχεια του. Ακούς; Μην τα βγάλεις από κει! “
“Μα θα γελάει μαζί μας. Δεν θα δεχτεί. Τι θα τα κάνει τόσα εικοσάρικα;”
“Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Αύριο θα του μιλήσω και Δευτέρα θα έρθω να σε πάρω και θα πάμε. Να πάρεις μαζί σου και τις χλωρίνες! Είναι πολλές; πως θα τις κουβαλήσουμε; Θα φέρω και γώ εκείνη την τσάντα της λαϊκής που αντέχει”

“Εγώ! Εγώ θα τα κουβαλήσω κυραλένη μου. Και θα είναι το πιο ελαφρύ μου άχθος!”

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

λάθος


περίεργη νύχτα. δεν ήταν θλιμμένη. ούτε θυμωμένη. δεν ήταν κάτι. σηκώθηκε μηχανικά να πάει στην κουζίνα να βάλει ένα (ακόμα) ποτό. άκουγε τα παγάκια να πέφτουν στο ποτήρι, σχεδόν ηδονικά. ήταν τα μόνα που είχαν σωστή πορεία. θα έλιωναν.
όσο έβαζε παγάκια για το – δε θυμάται ποιο – ποτό χτύπησε το τηλέφωνο. περίεργη ώρα για να χτυπάει... το σήκωσε στωικά - σχεδόν αδιάφορα. η φωνή στην άλλη άκρη ήταν ήσυχη - σχεδόν οικεία.

γιατί σε νιώθω περίεργα; τι έγινε; / δε βαριέσαι. όλα στο μυαλό μας είναι.

Στο βάθος του μυαλού της έκανε μια μικρή προσπάθεια να βάλει πρόσωπο στη φωνή. Δεν τα κατάφερε αλλά  "δεν έχει και τόση σημασία" σκέφτηκε. Το ποτό θα φταίει.

Η ήσυχη - σχεδόν οικεία φωνή ακούστηκε ανήσυχη - σχεδόν διστακτική...

άννα; εσύ είσαι; / ... δεν είμαι η άννα. κάνετε λάθος / και τα λάθη στο μυαλό μας είναι / αυτά κυρίως. και γώ είμαι η λάθος άννα / ποια είναι η σωστή; / αυτή που καλέσατε / εσάς κάλεσα /μα εγώ δεν είμαι η άννα / άρα δεν είσαστε και η λάθος άννα / το λάθος πάει πάντα με την άννα; / το λάθος πάει στο μυαλό μας απ ότι μου είπατε / είπα ότι όλα είναι στο μυαλό μας. ομως ή άννα σας δεν είναι εκεί. / είσαστε όμως εσείς / άρα και γώ είμαι λάθος / για ποιόν; / για το τηλέφωνό σας / αλλά όχι για το μυαλό μου / το μυαλό σας δεν έχει λάθη; / με μπερδέψατε / εσείς με μπερδέψατε. με την άννα / εσείς ποια είστε; / ένα λάθος στη γραμμή / κι αν είναι κι αυτό του μυαλού; / δεν θα είχε τον ίδιο ήχο το τηλέφωνο / τι ήχο έχουν τα λάθος τηλέφωνα; /ήχο σαν παγάκια που λιώνουν / και το δικό μου τι ήχο είχε; / τον ήχο της λάθος νύχτας. / κι αυτή στο μυαλό δεν είναι; / κι αυτή εκεί είναι... / τώρα, εδώ, τι είναι; / τα παγάκια που λιώνουν

περίεργη νύχτα. δεν ήταν θλιμμένη. ούτε θυμωμένη. δεν ήταν κάτι. ήταν λάθος φωνή σε λάθος τηλέφωνο μια λάθος νύχτα... είχε όμως σωστά παγάκια. Διασκέδασε με τη σκέψη και συνέχισε να χαζεύει τα παγάκια να λιώνουν.

περίεργη νύχτα. δεν ήταν θλιμμένη. ούτε θυμωμένη. Ήταν Εκείνη. Χαμογέλασε στον Εαυτό της συνωμοτικά και σήκωσε το ποτήρι για να πέσει το τελευταίο παγάκι στη γλώσσα της. Όμορφα μουδιάζει... Όμορφα μεγαλώνει. 
καληνύχτα.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

περί γράφω

Αμέσως μετά από τον ορισμό του Πάθους και με αφορμή το σχόλιο του Γιώργου Κατσαμάκη νομίζω πως το κείμενο που ακολουθεί είναι η ιδανική συνέχεια.

"Κάποτε, προ πολλών ετών, σε μια εκδρομή που έκανα στην Ελβετία, σταμάτησα για να θαυμάσω ένα μεγάλο καταρράκτη, που κυλούσε ορμητικά επάνω από γρανιτώδεις βράχους, μέσα σε πλούσια βλάστησι. Την εποχή εκείνη, που μπορώ να την ονομάσω περίοδο εντατικών αναζητήσεων, ωθούμενος από μία εσωτερική ανάγκη σχεδόν οργανική, προσπαθούσα να βρω, με τα ποιήματα που έγραφα τότε, έναν αμεσώτερο και πληρέστερο τρόπο εκφράσεως. Το θέαμα του καταρράκτου μού εγέννησε αιφνιδίως μια ιδέα. Καθώς έβλεπα τα νερά να πέφτουν από ψηλά και να εξακολουθούν γάργαρα τον δρόμο τους, σκέφθηκα πόσον ενδιαφέρον θα ήτο, αν μπορούσα να χρησιμοποιήσω και στις σφαίρες της ποιητικής δημιουργίας, το ίδιο προτσές που καθιστά το κύλισμα, ή την πτώσι των υδάτων, μια τόσο πλούσια, γοητευτική και αναμφισβήτητη πραγματικότητα, αντί να περιγράφω αυτό το κύλισμα, ή κάποιο άλλο φαινόμενο ή γεγονός, ή κάποιο αίσθημα, ή μια ιδέα, επί τη βάσει σχεδίου ή τύπου, εκ των προτέρων καθωρισμένου."

Απόσπασμα από το "Αμούρ- Αμούρ" του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Αφιερωμένο στη Μαρία, που έγινε αιτία και αφορμή να το γνωρίσω. Χρόνια Καλά Μαρία :)

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

περι Παθών - Δύω

Τι μας οδηγεί στα πάθη μας;

Είχε πει ο Freud, αναφερόμενος στο εφήμερο. «Αν κατά τη διάρκεια της ζωής μας παρακολουθούσαμε την μη ανατάξιμη σταδιακή φθορά του σώματος, τότε η σύντομη ύπαρξή μας θα γινόταν πιο ερεθιστική. Ένα λουλούδι ανθίζει για μια νύχτα μόνο, εντούτοις το μπουμπούκι του δε μας φαίνεται λιγότερο όμορφο. (S. Freud, “Το εφήμερο” [13]).

Η προοπτική του εφήμερου οδηγεί σε 2 διαμετρικά αντίθετες συμπεριφορές.
Τη Διέγερση, την αναζήτηση της μέγιστης απόλαυσης, την εμμονή να τα ζήσουμε όλα, πυρηνικά συμπυκνωμένα, χωρίς καμιά σκέψη για τις επιπτώσεις. Αυτή είναι μια συμπεριφορά που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «πάθος».
Η άλλη, είναι συμπεριφορά άρνησης και απαξίωσης. Καμία αναζήτηση καμίας απόλαυσης. Τίποτα δεν χρειάζεται και δεν επιθυμεί αφού είναι εφήμερο.

Λέει ο Edmond Gillieron στο βιβλίο του «Les psychotherapies breves» : « Αυτές οι δύο στάσεις μπορούν να θεωρηθούν ως ασυνείδητες αντιδράσεις άμυνας στην προοπτική ενός πένθους: έντονη εξιδανίκευση εκείνου που θα χαθεί, ή άρνηση κάθε απώλειας και κάθε επιθυμίας για το αντικείμενο ώστε να διαφυλαχθεί το αίσθημα της ναρκισσιστικής παντοδυναμίας»

Πάλι στη γνώριμη ασφάλεια των ορισμών.

Τι είναι πάθος;
[…Ως «πάθος» μπορεί να χαρακτηρισθεί μια ιδιαίτερη ψυχολογική κατάσταση, κατά την οποία ένα εντόνως φορτισμένο συναίσθημα, συμπαρασύρει τα υπόλοιπα στοιχεία του ψυχισμού (νόηση, βούληση), με αποτέλεσμα να διαμορφώνει και να κατευθύνει σε μόνιμη βάση τη συμπεριφορά του ατόμου για την αυτό-ικανοποίησή του.

Αναφορικά με την ψυχολογία του πάθους, αυτό που φαίνεται να το χαρακτηρίζει πρωταρχικά είναι μια στάση ή εξέγερση και επικράτηση των «κλίσεων» ή «ροπών» έναντι της λογικής.
Η λογική είναι αυτή που «πάσχει» ευρισκόμενη σε κατάσταση ομηρίας στην υπηρεσία του παντοδύναμου συναισθήματος του πάθους. Αυτό το ιδιαίτερο είδος λογικής των παθών, αποκαλούμενο λογική των αισθημάτων ή συναισθηματική λογική, ποδηγειτείται από το συναίσθημα, καθοδηγείται από τη φαντασία και έχει την ικανότητα να φτιάχνει κόσμους αρκετά απόμακρους σε σχέση με την πραγματικότητα…..Η όλη προσωπικότητα υφίσταται αναδιοργάνωση για την εξυπηρέτηση της κυριαρχικής και αποκλειστικής κλίσης και προσήλωσης του ατόμου στο αντικείμενο του πάθους...]
Ι.Γ.Παπακώστας. Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο.

Το Πάθος που διώκεται...  

Τα Σέβη μου

περι Παθών Ι



Δεν θα μπορούσα να προσθέσω λόγια δίπλα του. Τα λέει όλα.  Ας πούμε ότι είναι "εισαγωγή".

update. Το περί παθών και ήπατος, έγινε σκέτο. αφαίρεσα το ήπαρ απ τον τίτλο.  Δεν είναι μέρα για ανάλυση "φυσιολογικών" λειτουργιών.  ας μείνω στην ανατομία του πάθους.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

αποσπάσματα


Δε θα σου πω για όλες τις διακυμάνσεις που πέρασε η σκέψη μου σχετικά μ αυτό το γράμμα, γιατί όλες οι μνήμες που προσπαθώ να ζωντανέψω τώρα, ίσως σου είναι αδιάφορες. Πιθανόν όλα τούτα ζούσαν στα βάθη του δικού μου μονάχα μυαλού, σε μορφή επιθυμίας που δεν εκπληρώθηκε, κάτι σαν σχέδια περίπου, φαντάσματα αγκιστρωμένα στο μεταίχμιο πραγματικότητας και αυταπάτης.

...Είναι μαθηματικά εξακριβωμένο πως, μετά την πραγμάτωση των επιθυμιών, η μνήμη ρίχνεται σ΄ ένα φιλάρεσκο αγώνα για ν΄ ανασύρει σημάδια και μηνύματα του παρελθόντος, που αναδρομικά πια φαντάζουν σαν μικρές προφητείες, χρήσιμες να ερμηνεύσουν την παρούσα κατάσταση.

... Η δική μας όμως σχέση – άν όλο αυτό το τεμάχισμα της γνωριμίας μας μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι – δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, μα αυτό δεν εμποδίζει νομίζω να σου γράψω. Κινιέμαι από ένα είδος παράδοξου χρέους, χρησιμοποιώντας σαν αφορμή τα μισόλογα και τα βλέμματα της τελευταίας μας συνάντησης. Λέω “τελευταία” για να της δώσω ένα σταθερό χαρακτηριστικό, αφού η ίδια από μόνη της έχει τόση ρευστότητα.

... Στα σοβαρά με νοιάζει να ανακαλύψω το στοιχείο που ξέφυγε απ τη δική μας περίπτωση, εμποδίζοντας έτσι να γίνει αυτή η πολύπλοκη χημική ένωση των αισθημάτων.
Φυσικά το υποψιαζόμασταν κι οι δύο, πως το αίσθημα που άρχισε να γεννιέται, ανήκε στην κατηγορία των αποτυχημένων. Αν τα αισθήματα μολύνονται από ασθένειες, τολμώ να χαρακτηρίσω το δικό μας «λευχαιμικό». Η κοινωνική προβολή χτυπάει τη φλέβα τους και τα σκοτώνει θάλεγα, κι αυτό είναι μια εξήγηση που θα ικανοποιούσε τους «πολλούς» κι ίσως κι εμάς, αφού όλοι οι άνθρωποι έχουν στιγμές που είναι «λογικά τετράγωνοι». Μερικές φορές όμως αμφιβάλλω μ αυτή την ερμηνεία, ανακαλύπτοντας πως τα εμπόδια δεν είναι ούτε κοινωνικά, ούτε ψυχολογικά.

... Τότε σκέφτηκα κι εγώ πως η παρουσία του χρόνου βρισκόταν μόνο στα μαλλιά ή στα σώματά μας αλλά ποτέ στη συνείδησή μας. Μετά έφευγες και τα ξεχνούσα όλα.

"Αποσπασματική Σχέση", Ελένη Λαδιά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1979

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

17 ΝΟΕΜΒΡΗ

jameson



Καθόταν στην ξύλινη μπάρα και χάζευε τους θαμώνες. Παίζει συχνά με τα βλέμματα που πάνε κι έρχονται σαν σαΐτες μπροστά στα μάτια της. Που και που κάνει ελιγμούς για να αποφύγει την πρόσκρουση της αδιακρισίας της, παίζοντας τα παγάκια με τα δάχτυλά της. Σηκώνει το ποτήρι να σταλάξει τις τελευταίες σταγόνες μαζί με το παγάκι. Παίζει μαζί του να νιώσει το μούδιασμα στη γλώσσα της. Η γυναίκα πίσω απ το μπάρ κοιτάει το άδειο ποτήρι και της κάνει νόημα αν θέλει να το γεμίσει. Η απάντηση ακούγεται σαν μονόλογος “αφού το θέλησε η μοίρα, θα υποταχτώ”. Η γυναίκα έγνεψε χαμογελώντας. Το κορίτσι που καθόταν δίπλα της γύρισε και την κοίταξε με την έξαψη των νέων μπροστά στην επανάσταση. -“δεν πρέπει να το κάνετε αυτό!” - “ποιο;” τη ρώτησε ήσυχα. -“δεν πρέπει να υποτασσόμαστε στη μοίρα μας!” της είπε με πάθος νεότητας 25 ετών.
“Μα γιατί; η δική μου, μου φέρεται υπέροχα...” της απάντησε με μουδιασμένη γλώσσα κι έκανε ελιγμό να αποφύγει φλεγόμενη σαΐτα που ερχόταν απ την άλλη μεριά της μπάρας.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

The Dark of the Blue

Όλα αλλάζουν. Και αφήνομαι να με παρασύρουν. Μαζί τους παρέσυραν κι αυτή τη γωνιά. Έτσι αποφάσισα μερικές αλλαγές.
Στα χρώματα για να ταιριάζουν με τις εμμονές και τα ρούχα μου.
Στο όνομα, για να ταιριάζει με την ανύπαρκτη πλευρά των πραγμάτων.

Σας καλωσορίζω στη καινούργια  έλλειπτική μου πορεία...

Μια τέτοια αλλαγή δεν θα μπορούσε να μην έχει μουσική υπόκρουση...

Κυρίες...
Κύριοι...
Καθίστε αναπαυτικά.... πέφτουμε! 

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Έρωτας

Να σου γλείψω τα χέρια να σου γλείψω τα πόδια
η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.
Δεν ξέρω πως αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα.
Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών, 
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμών.
Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί. 


Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα, εκδόσεις Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Είμαι Κοινωνικά Ευαίσθητη εγώ!

Καλοκαίρι ώρα 4 απόγευμα. Ζέστη, κούραση, ανυπομονησία να φτάσω σπίτι να πάρω μια ανάσα. Πρώτος γύρος για παρκέρα. Τίποτα.
Δεύτερος γύρος. Κενή θέση σε ράμπα.
Δίλημμα. Όχι δεν θα το βάλω εδώ.
Τρίτος γύρος. Σε κάθε γύρο προσθέτω και ένα τετράγωνο. Ξαναπερνάω από τη ράμπα. Σταματάω με αλάρμ.
Φωνές διαμαρτυρίας στο μυαλό μου. «Όχι, δεν είναι σωστό! Κι αν περάσει κάποιος και του έχω κλείσει το δρόμο;»
Ταυτόχρονα με την τελευταία σκέψη το βλέμμα μου πέφτει στο ρολόι του αυτοκινήτου. 4.30
«Ποιος θα περάσει τέτοια ώρα καλοκαιριάτικα;»
Άρχισα τις εκπτώσεις. «Θα κάνω ένα μπάνιο να πάρω μια ανάσα και θα έρθω να το πάρω να το βάλω αλλού»
Ξανά η ίδια κίνηση των ματιών μου. 4.32. «Ποιος θα περάσει τέτοια ώρα;»

Η ανοησία νίκησε. Πάρκαρα. Ώσπου να φτάσω σπίτι το είχα ξεχάσει. Μετά το μπάνιο είχα δικαίωμα ως κουρασμένη εργαζόμενη να κλείσω λίγο τα μάτια μου. Πέρασε μια φευγαλέα σκέψη για το αυτοκίνητο και την κοίμισα με το επιχείρημα της ώρας και της ζέστης.

Η παραπάνω σκηνή είχε επαναληφθεί αρκετές φορές. Είτε ήταν 4 το μεσημέρι είτε ήταν 12 το βράδυ (τέτοιες ώρες συνήθως έψαχνα παρκέρα).
Κάθε φορά η ίδια ηλίθια δικαιολογία στις φωνούλες μέσα μου. «Ποιος θα περάσει τέτοια ώρα;»
Υπήρχαν και κάποιες άλλες που αντιστάθηκα και έτσι χάιδευα τις ενοχές μου.

Αν γινόταν καμιά σχετική κουβέντα σε παρέα για την ανύπαρκτη παιδεία μας και για το απαράδεκτο παρκάρισμα σε ράμπες και για την πρόσβαση των ΑμΕΑ, υπερθεμάτιζα. Αστραπές και βροντές οι λόγοι μου για την αποκατάσταση του δικαίου των αναπήρων. Είχα λόγο και άποψη! Είμαι κοινωνικά ευαίσθητη πολίτης εγώ! Πέρασαν χρόνια και τα ΄φερε έτσι ο καιρός (τώρα, καιρός τα έφερε, γιατρός τα έφερε, το σύμπαν που λένε ότι κάνει συνομωσίες τα έφερε, θεός με μαύρο χιούμορ τα έφερε, δεν ξέρω να πω), που μπήκε στη ζωή μου και στο σπίτι μου ένα «αναπηρικό αμαξίδιο». Έγινε μέρος της καθημερινότητάς μου να «οδηγώ» ένα αναπηρικό καροτσάκι.

Ένα καλοκαιρινό Κυριακάτικο απομεσήμερο, σκέφτηκα ότι θα έχει ησυχία και ήταν καλή ευκαιρία να βγω για μια βόλτα με τη μάνα μου. Να πάμε σε ένα καφέ εδώ κοντά να την κεράσω πορτοκαλάδα. Δεν θα είχε κόσμο, δεν θα μας κοίταζαν με λύπη. Δεν ξέρω αν αυτό με πείραζε για κείνη η για μένα. Δεν το άντεχα αυτό το βλέμμα... (Δεν ξέρω αν το καταλάβαινε. Έτσι ήθελα να πιστεύω άρα έτσι θα ήταν).
Κάνω ένα γύρο να βρω χώρο να κατεβάσω το καροτσάκι. Τίποτα. Κανένα κενό. Ούτε για να χωρέσουμε στο τσάκ. Ούτε αν μάζευα τα χέρια της μέσα απ τα χερούλια...
Κάνω και δεύτερο γύρο. Φτάνω στο σημείο που το πεζοδρόμιο έχει ράμπα. Παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Θυμώνω, μα δε λέω τίποτα.
Απέναντι στεκόταν κάποιος που με κοίταζε.
Κάνω και τρίτο γύρο. Καταλήγω πάλι στη ράμπα.
Εκείνος εκεί. Στο ίδιο σημείο να με κοιτάει. Είμαι θυμωμένη.
Σκέφτομαι διάφορα πράγματα να κάνω στο αυτοκίνητο που μου πήρε τη χαρά να την κεράσω πορτοκαλάδα. (ούτε αυτό ξέρω αν θα το καταλάβαινε αλλά κάποτε χαιρόταν). Να του γράψω σε ένα χαρτί κάτι κακό; Να του σκάσω τα λάστιχα; Τίποτα δεν έκανα.
Κοιτάω τον κύριο απέναντι. Κουνάει το κεφάλι του.

- Μα είναι δυνατόν να πάρκαρε εδώ;; λέω δυνατά!
- Εμ που να φανταστεί ο χριστιανός ότι θα περάσει κάποιος τέτοια ώρα καλοκαιριάτικα….

Έκρηξη έγινε στο μυαλό μου.
Έσκυψα το κεφάλι.
Γύρισα σπίτι και έκλαψα βουβά ζητώντας συγνώμη από τη μάνα μου…


Υ.Γ. Πως μούρθε να ανεβάσω αυτό το κείμενο; Με αφορμή την ανάρτηση του Τσαλαπετεινού που με πόνεσε.
Υ.Γ. Νάταν οι ράμπες το μόνο που δείχνει την κοινωνική μου αναισθησία, καλύτερος που θα ήταν ο κόσμος! 

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Αναμονή...


Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου , με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού’ ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

(Αποσπάσματα απ τη συλλογή της Μάτσης Χατζηλαζάρου "Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης" που περιέχονται στον τόμο  "Ποιήματα 1944-1985", των εκδόσεων Ίκαρος.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Συμφέροντα;

Η Εξυπηρέτηση των συμφερόντων

Ο βασικός λόγος που μας υποχρεώνει να υπηρετούμε τα συμφέροντα είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός από σκέψεις δεν είναι δυνατόν να γίνουν, γιατί είναι αντίθετες στα συμφέροντα αυτών που σκέφτονται. Όταν δεν μπορούμε να υπηρετήσουμε τα συμφέροντα είναι ανάγκη να τα δείχνουμε και να τονίζουμε την πολλαπλότητά τους. Μονάχα έτσι μπορεί αυτός που σκέφτεται να κάνει σκέψεις που υπηρετούν τα συμφέροντα των άλλων, γιατί πιό εύκολα μπορεί κανείς να σκέφτεται τα ξένα συμφέροντα παρά να ζεί δίχως συμφέροντα"

Μπέρτολτ Μπρέχτ, Ιστορίες του κ. Κόυνερ, εκδόσεις Θεμέλιο.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Παραφράσεις...

Παραφράζοντας Σουρή...

"Η Ελλάδα έγινε βάρκα και οι πόδες της ιστοί κι η Ευρώπη εις το μέσον ισχυρώς κοπηλατεί!"


Επιστολή Μέλλοντος


Αγαπητέ αναγνώστη (κλεμμένη ατάκα), αν νόμισες προς στιγμήν ότι εντρυφώ μόνο σε αναγνώσματα της εποχής μου (του προ προ ηγούμενου αιώνος δηλαδή), έπεσες έξω. ¨Έχω πηγές και στο μέλλον. Έτσι ανακάλυψα και αυτό που ακολουθεί. Η δεοντολογία προς τον δημοσιογράφο του μέλλοντος, δε μου επιτρέπει να αναφέρω τη μελλοντική πηγή μου. (η ομοιότητα που ίσως παρατήρησες με άρθρα του προ προ ηγούμενου αιώνος είναι παραπλανητικές)
Σήμερα λοιπόν, έχοντας συναίσθηση των ιστορικών στιγμών που ζούμε, δίνω στη δημοσιότητα, το γράμμα που θα αποστείλει η Ελλάς προς τους εταίρους της, σε ανύποπτη στιγμή στο (εγγύς;) μέλλον!.

Ιδού η επιστολή:

“Ειρωνία και οίκτος προς την φυλήν μας, διαφαίνονται εν τοις υφ υμών απαιτήσεις. Ησυχάσατε! Τούτο δεν είνε και τόσον αβρόν δι΄ ηγέτας, εκτός άν δι΄αυτού του μέσου ζητήτε... δεσπότην!
Η Ευρώπη υπεδούλωσε κατ αρχάς την Ελλάδαν διότι την είδεν υλικώς ασθενεστέραν αλλ΄έπειτα, ανεγνώρισεν την ιδικήν της ηθικήν αδυναμίαν και ετέθη η ιδία υπό τας αλύσσεις τας οποίας δι αυτήν εσφυρηλάτησε. 
Σείς, οι κατειρωνευόμενοι ημών, πιθανόν να επάθατε εκ των ιδιοτροπιών ημών, ή υποκρίνεσθε ότι επάθατε δια να γίνητε συμπαθέστεροι. Αυτά τα γνωρίζομεν... όπως ειξεύρομεν επίσης, οτι αι ιδιοτροπίαι μας είναι ο σκοπός της ζωής σας. 
Μας νομίζετε ως πλάσματα ανάξια σπουδαίας τινός σκέψεως ή προορισμού. Αστείοι! 
Ημείς σας επλάσαμεν τοιούτους και σας αφήσαμεν την υπεροχήν διότι θέλομεν να νικώμεν και υπηρετώμεθα ουχί από κατωτέρους ή ίσους αλλ΄από ανωτέρους.

Μεθ υπολήψεως
Η φυλή των Ελλήνων.

ΥΓ προς τον αναγνώστη. Ναι καλά κατάλαβες. Η προηγούμενη ανάρτηση ήταν για να σε εξοικειώσει με τη γλώσσα.  

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

flerting

Δημόσιο φλέρτινγκ σε εφημερίδα του 1884!
Εγώ το απόλαυσα. Ελπίζω και συ!


Υ.Γ.άσχετο! Μόλις πριν μερικά λεπτά, ανακοινώθηκε ότι ο κ. Λουκάς Παπαδήμος είναι ο νέος Πρωθυπουργός της εΛΛάΔας.

update της επόμενης μέρας: A! Τελικά ο κ. Λουκάς Παπαδήμος δεν είναι ο νέος πρωθυπουργός της Ελλάδας!. To flerting συνεχίζεται....  

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

σκάκι για κόρακες


Πλανήτης Γη

¨Αχ δεν είναι αυτός πλανήτης
όλο κότες και πρόβατα
και βλακώδεις άλλες κύπτουσες υπάρξεις.
Άκρη – άκρη του Σύμπαντος ο αμελητέος
με τους τόσους-δα ωκεανίσκους του
με τα Ιμαλαϊάκια του
με τα τέσσερα δις των απτεροδιπόδων του
μαχομένων αέναα υπέρ βωμών και εστιών
πετρελαιοπηγών και άλλων πλουτοφόρων περιοχών.
Δεν είναι αυτός πλανήτης
στουμπωμένος δηλητηριώδη αέρια
έκθετος σε βροχές μετεωριτών
σε σκέψεις φιλοσόφων
σε μακρούς αγώνες για την ελευθερία
(τη δική μας πάντοτε – ποτέ των άλλων).
Ένα σκάκι για κόρακες εξασκημένους
να κερδίζουν πάντοτε και από τις δύο πλευρές
“μαύρα πουλιά” που λεν “μαύρα μαντάτα”.

Όχι όχι δεν είναι αυτός πλανήτης
μάλλον είναι μια πλάνη ήτις οδηγεί πολύ μακριά
στον Δία στον Χριστό στον Βούδα στον Μωάμεθ
που δέησε κάποτε κι εκείνοι
ν΄ατονήσουν ώστε όλοι εμείς
από μια κεκτημένη απλώς ταχύτητα
να μένουμε στη στάση του προσκυνημένου.
Η αντίστροφη μέτρηση ως τον τέλειο πλήρη αφανισμό.

Οδυσσέας Ελύτης – Μαρία Νεφέλη

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

το κατάλαβες ή να στο δείξω πάλι;

πήρα φόρα και ποιος με σταματάει...

Από την εφημερίδα "Ολυμπος" της Λάρισας, του 1902...





Υ.Γ. Για την ανάρτηση άρθρων του προηγούμενου αιώνα, ευθύνεται ο κ. Ράκος Κουρελάριος που με προέτρεψε να ενδώσω στον πειρασμό...

"να περικυκλωθεί η Ελλάς δια μεγάλου τείχους"

Βρέθηκε ένας άνθρωπος να δωρήσει στο ελληνικό κράτος ένα (1) εκατομμύριο. Και δεν ξέραμε τι να το κάνουμε. Αυτό βέβαια έγινε το 1884... Προς θεού μη σκεφτείς οτι μπορεί να είδα καμία ομοιότητα με το ¨τρεις λαλούν και δυο χορεύουν".
Τώρα το πως μου ήρθε να το αναρτήσω αυτό σήμερα, δεν το ξέρω.
Το βρήκα μπροστά μου και είπα να γελάσουμε παρέα.




Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

άσχετο

Γύρισα κουρασμένη. Από κείνες τις μέρες που καταλήγεις σπίτι και δεν θυμάσαι ούτε το όνομά σου.  Πονάει και λίγο η μέση μου, πεινάω κιόλας και δεν έχει και τίποτα έτοιμο, θέλω και κάτι ζεστό γιατί ξεπάγιασα... Με ξεγέλασε ο ήλιος και πήγα να το παίξω νεάνιδα. Τελικά αποφάσισα να φτιάξω τραχανά (όσοι δεν τον τρώτε μην κάνετε εκείνο το βαρετό "μπλιάχ" γιατί δεν είχα σκοπό να σας δώσω να φάτε). Έβαλα και φέτα μέσα κι ήρθε κι έδεσε!  Κάθισα σαν τον άνθρωπο στον (ολοκαίνουργιο καταπληκτικό μου) καναπέ κι έφαγα! Ωραίος ήταν! Ζεστάθηκε το μέσα μου βρε παιδί μου...

Άσχετο ε;  Ε καλά πώς κάνεις έτσι.

Και γώ όσα άκουγα από δω άσχετα ήταν αλλά δεν το έκανα θέμα.

Άμα είναι γκρινιάρης ο άνθρωπος.... απαπαπα.... νευράκια έχεις μου φαίνεται!

υγ: άμα τον πιάνει το κλαψιάρικο όμως, είναι φτυστός ξανθόπουλος! Δεν είναι;
υγ. β. όσο τον κοιτάω, σε βασιλάκη καϊλα μου φέρνει πιο πολύ
υγ. γ. 22:55: μήπως να φάω κι ένα μηλαράκι;

υγ. δ. 23:01:  δε μπορώ να κρατηθώ γμτ. Μόλις άκουσα τον υπουργό επικρατείας (σε τι υπουργεύει αυτός ακριβώς; ) να λέει ότι οι προηγούμενοι έφτασαν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού.  Φταίω εγώ που θυμήθηκα εκείνη την ιστορία που λέγανε για τον παττακό (που έλεγε διάφορα αμίμητα) ότι σε μια συγκέντρωση είχε πει "η προηγουμένη κυβέρνηση έφερε τη χώρα στο χείλος του γκρεμού. εμείς κάναμε ένα βήμα μπρός" (βάλτε την αντίστοιχη καθαρεύουσα). Ε, φταίω εγώ τώρα που σε τσακίζω στα  υγ;

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ηελπίδαείναιτρομαχτικήλέξη


οι ποιητές είναι απελπισμένοι άνθρωποι, μου είπες / και γώ σε πίστεψα
και η πίστη γέννησε την ελπίδα.
και η ελπίδα γέννησε την ανάγκη.
και η ανάγκη φοράει πάντα κατανόηση γιατί θέλει ασφάλεια.
και η ασφάλεια κρατάει έξω τον αέρα.
μα ο αέρας είναι που κάνει τη φωτιά, φωτιά...
και η φωτιά δεν έχει κατανόηση.
όταν ο αέρας δεν είναι αέρας, εκείνη του καίει το οξυγόνο.
και τότε εκείνος, τη σβήνει για να την εκδικηθεί.
γιατί ο αέρας δεν έχει κατανόηση.
οι ποιητές είναι απελπισμένοι άνθρωποι, μου είπες / και γώ τους αγάπησα.
και μετά ήρθε η ελπίδα. και χάθηκαν οι ποιητές.
και γώ έδειξα κατανόηση, γιατί είχα ανάγκη.
η ελπίδα είναι τρομαχτική λέξη, μου είπες... 
...και σου έδωσα το τελευταίο κομμάτι κατανόησης που είχα για ώρα ανάγκης.