Σελίδες

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

ώδινεν - έτεκεν: σημειώσατε Χ

Εν αρχή ήν η ανάγκη
η ανάγκη γεννά επιθυμίαν
η επιθυμία γεννά αναμονή
η αναμονή γεννά προσδοκίαν
η προσδοκία δεν εκπληρώθει
.............

ώδινεν η ανάγκη, έτεκεν κυνισμόν

μην ξεγελιέσαι... 

η αντιστοιχία με τη γνωστή φράση είναι απολύτως ανάλογη. 

ώδινεν όρος και έτεκεν μυν

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

είναι κανείς εδώ;

κάποιος είχε πει πως η απουσία είναι που κάνει υπαρκτή την παρουσία. δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αν και ακούγεται εντυπωσιακό. όχι; 
εκείνο που θέλω να πω, είναι πως μου έλειψε να μένω εδώ - έστω και για λίγο. ίσως όχι τόσο όσο πριν καναδυό χρόνια, αλλά να περνάω να ρίχνω μια ματιά στους τοίχους, τη σκόνη, τους λογαριασμούς... να λέω μια καλημέρα ή ακόμα καλύτερα μια καλησπέρα στους γείτονες. 
θυμήθηκα κάτι νύχτες που άκουγα τα παγάκια στο ποτήρι μου, με συντροφιά κάτι μουσικές από έναν γείτονα. (στην υγεία σου)
είμαστε πάλι στο μεταίχμιο. ένας χρόνος θέλει να φύγει, ένας θέλει να έρθει. ερήμην μας και το ένα και το άλλο. ο κύκλος και ο χρόνος.... κλείνουν, περνάνε, μα τα παραμύθια πάντα εκεί. φύλακες των λέξεων. 
μέρα ηλιόλουστη, χειμωνιάτικη στη λεωφόρο βουλιαγμένης. άδεια και προκλητική. την αφήνω να με παρασύρει και νιώθω γέφυρες να ανοίγουν. περνάνε πάνω από κύκλους και χρόνους. δένουν εκεί που με άφησα πριν δεκατρία χρόνια. δεν με πάνε εκεί πίσω. πάνε να συνδέσουν το τότε και το τώρα που ανάμεσά τους υπήρξε μια μεγάλη παρένθεση - τόσο μεγάλη που έγινε κύκλος. (μεταξύ μας... κύκλος δεν μπορούσε να γίνει ποτέ. έλλειψη έγινε. ξέρετε την έλλειψη ε; εκείνο το σχήμα που δεν είναι κύκλος; που πλατιάζει; που έχει κέντρο και ακτίνες; έχει και διάμετρο αλλά όλα είναι απολύτως και διαρκώς μεταβαλλόμενα. γι αυτό δεν μπορούσε να είναι κύκλος αλλά δεν το λέω δυνατά για να μην πάρει θάρρος. βλέπετε, οι ελλείψεις δεν κλείνουν ποτέ.)
ένα σπίτι, μια δουλειά, ένα αυτοκίνητο, μια μηχανή, φίλοι, βόλτες, ξενύχτια, η υπέρμετρη πολυτέλεια του αμπελοφιλοσοφείν και παραμύθια για να φέρνουν χαμόγελα στον ύπνο. Μπάμ! κανένα σπίτι καμιά δουλειά κανένα αυτοκίνητο καμία μηχανή, οι φίλοι έγιναν φωνές, τα ξενύχτια υποχρεωτικά και νυσταγμένα, τα παραμύθια τρέμουν τους κακούς λύκους και υπάρχουν για να κρατούν τον ύπνο μακριά και η μόνη πολυτέλεια... ένας δύωρος καφές - στα κρυφά - κυριακή μεσημέρι,  με εφημερίδα κάπου στο γκάζι. Μπάμ! ένα σπίτι που δειλά μου χαμογελά και πάλι... μια δουλειά που μου χαρίζει έναν ολόκληρο κόσμο... κανένα αυτοκίνητο... ένα παπί της ηλικίας μου - ο σπύρος - που στάθηκε ευγενικός και διακριτικός. με πήρε ήσυχα και μ έμαθε απ την αρχή να μη φοβάμαι τους δρόμους. φίλοι και καφέδες στα εξάρχεια. τα ξενύχτια επανέρχονται στη σφαίρα της βούλησης. δειλά ξεμυτίζει η πολυτέλεια της φιλοσοφίας και των αμπελιών as well. και απ το πουθενά, έρχεται να με συναντήσει ένας πήγασος. 
να με πάρει πάνω του και να με πάει να συναντήσω τη ζωή μου εκεί που την άφησα. μια μέρα ηλιόλουστη χειμωνιάτικη στη λεωφόρο βουλιαγμένης. 
οι φίλοι, οι οικείοι, οι αγαπημένοι, οι καινούργιοι άνθρωποι που γοητεύουν την κάθε μέρα μου και που τολμώ να το λέω δουλειά. 
ένας χρόνος θέλει να φύγει. ένας καινούργιος θέλει να έρθει. ερήμην μας και τα δύο. 
καλησπέρα γειτόνοι! 

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

δε μπορείς πιο δυνατά;

“Ο κ. Κ. μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία:



Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε.
  • Νά, είχα δυό γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι κι άρπαξε το ένα απ΄το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί κι έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα.
    - Καλά, και δεν φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος.
    - Πώς, φώναξα, είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά.
    - Και δε σ΄άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί.
    - Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας με αναφυλλητά.
    - Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος.
    - Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει.
    - Τότε δώσε μου και τ΄άλλο, είπε ο άνθρωπος.
    Πήρε και το τελευταίο γρόσι απο το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του.”

Η ιστορία αυτή είναι αφιερωμένη στον Βιβλιοθηκάριο και τη συζήτηση που έγινε στην ανάρτησή του με θέμα "Τα παιδικά πάρτυ"

Πηγή: “Ιστορίες του κ. Κόϋνερ. Η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής”, Μπέρτολτ Μπρέχτ. Μετάφραση Πέτρος Μάρκαρης. Εκδόσεις Θεμέλιο.

Η φωτογραφία είναι από εδώ

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

αρνί ετών τριάντα



- που πάμε;

- στο καλαμάκι. δρόμο δε θυμάμαι τώρα. μήπως μου άφησαν μυαλό οι αχαϊρευτες;

- να πάω απο βουλιαγμένης;

- πήγαινε απ όπου θες κοπέλα μου. έτσι που είμαι τώρα για φούντο είμαι

- γιατί; τι έγινε;

- τι να γίνει; έχεις παιδιά;

- όχι

- καλύτερααα τυχερήηηη

- γιατί το λέτε;

- γιατί και γω που έχω τι κατάλαβα; πρόκοψα. τις ανεπρόκοπες, τις αχαΐρευτες  αυτή η μεγάλη τα φταίει όλα. πήρε με το μέρος της και τη μικρή και κάνανε κόμμα  σε ποιόν; σε μένα. που έχασα τα χρόνια μου να τις μεγαλώσω. οι αχάριστες. και τι τους έφταιξε το παιδί; μια χαρά παιδί ήσυχο ευγενικό. σε τίποτα δεν τους πειράζει. λυσσάξανε όμως οι βρωμιάρες

- μα τι έγινε; γιατί είστε τόσο αναστατωμένη;

- τι να έγινε; δε χρωστάνε καλό οι αχαΐρευτες - που κακό χρόνο νάχουνε – μη δούνε άνθρωπο να γελάει το χειλάκι του. να το πετάξουν το δηλητήριο. φαγώθηκαν. λύσσαξαν. εκείνη η μεγάλη τα φταίει όλα. έβαλε στα αίματα και τη μικρή. ήθελα νάξερα τι τους έφταιξε το παιδί. μια χαρά παιδί είναι. ήσυχο ούτε ακούγεται μέσα στο σπίτι. αλλά η μέγαιρα θα το φάει. έχει βαλθεί να το διώξει απ το σπίτι αλλά δεν ξέρει ακόμα που έμπλεξε. καλή καλή αλλά έχω και τα όριά μου. τόσα χρόνια τις μεγάλωνα και τίποτα δεν τους έλειψε και νάτο το ευχαριστώ. θα τις κανονίσω όμως εγώ. εκείνη εκείνη τη μεγάλη ειδικά. θα της κάνω μεγάλο κακό. Θα φτύσει το γάλα που της έδινα που να μου κοβόταν τέτοιο φίδι που ζέσταινα στον κόρφο μου. μάνα μάνα αλλά έχω και τα όριά μου. θα τη διώξω κοπέλα μου. θα τη διώξω μα το σταυρό που σου κάνω.θα την πετάξω στο δρόμο αν δε βάλει μυαλό. κι αν θέλει και η μικρή ας πάει μαζί της. τότε να δούμε πόσο τους φταίει το αγόρι μου

-  μα για τα παιδιά σας μιλάτε;

-  όοοχι κορίτσι μου. αυτά δεν είναι παιδιά. αυτά είναι τύραννοι  είναι κακοί άνθρωποι και τώρα θα δούνε και την ανάποδη. δεν τους έφτασαν τόσα χρόνια που χαλάλισα. τώρα θέλουν να διώξουν το παιδί απ το σπίτι. αλλά δε με ξέρουν καλά. αν νομίζουν ότι θα με εκβιάζουν εμένα είναι γελασμένες! θα τους δείξω εγώ! μα την αλήθεια, θα τη διώξω την κακούργα απ το σπίτι. τούρκα με έκανε! ακούς εκεί να μου στείλει τελεσίγραφο. σε ποιόν; σε μένα! και απαιτεί κιόλας η αχάριστη. να διώξω λέει το παιδί απ το σπίτι. ή εκείνες ή αυτός! χα! νομίζει ότι θα με εκβιάσει αλλά δε με ξέρει καλά. απόψε το βράδυ θα δει τη γλύκα. να δούμε θα της αρέσει να είναι σαν το σκυλί στο δρόμο; για να δούμε; θα της αρέσει; που της τα έχω όλα στο χέρι και έχει και απαιτήσεις! η γαιδούρα! η αχαίρευτη! η αχάριστη - που κακό χρόνο να χει

-  μη μιλάτε έτσι. θα ηρεμήσετε, θα μιλήσετε και όλα θα φτιάξουν

-  τι να φτιάξει κοπέλα μου; αυτές λυσσάξανε σου λέω να φύγει το παιδί απ το σπίτι

-  μα ποιό είναι το παιδί; γιος σας

-  όχι κορίτσι μου.... αλλά να... νέα γυναίκα είμαι και γώ. γνώρισα έναν άνθρωπο  και με κάνει ευτυχισμένη. τι έγκλημα έκανα πια; είπα να τον φέρω στο σπίτι και λυσσάξανε! οι παραδόπιστες. αντί να σκεφτούν την ευτυχία μου. αλλά το ξέρω ότι απ τη ζήλια της το κάνει. και θα το πληρώσει ακριβά. μέρα νύχτα σκέφτομαι τι κακό θα της κάνω. και τι έκανε πια και θέλει να του πάρει το κεφάλι; τι έκανε;

-  ένα λεπτό για να καταλάβω. εσείς έχετε δύο κόρες;

-  ναι

-  και έναν γιο;

-  όχι σου λέω. ένα αίσθημα έχω και γώ. νέα γυναίκα είμαι. ανάγκες έχω τι να κάνω;

-  ωραία. και ζείτε όλοι μαζί;

-  ναι το έφερα το παιδί στο σπίτι. τι να κάνω; σαν τις πουτάνες στο δρόμο και στα πάρκα να είμαι; δεν είχε σπίτι το παιδί και το έφερα στο δικό μου. μ΄ αυτά τα χέρια που βλέπεις το έχτισα αυτό το σπίτι. πέτρα πέτρα. μόνο δικό μου είναι και θα το κάνω ότι θέλω και θα βάζω μέσα όποιον θέλω και οποιανού του γουστάρει. κι αν δεν τους αρέσει, ούστ! που νομίζανε ότι θα τους το γράψω κιόλας. αμ δεν τρελάθηκα! 

-  και οι κόρες σας δεν τον θέλουν;

-  λυσσάξανε σου λέω

-  μήπως τους έκανε κάτι;

-  όχι καλέ! τι να τους κάνει. ένα αρνί του θεού είναι το παιδί 

-  και γιατί θέλουν να φύγει. τι σας είπαν

-  ότι τάχα μου βγήκε απ το δωμάτιο μόνο με το σλιπάκι. ε και τι έγινε; τι τις πείραξε τις σκύλες που βγήκε με το σλιπάκι του το παιδί στο σαλόνι; ζέστη έκανε. τι να κάνει; να ψηθεί; τι τους πείραξε; απ τη ζήλια της τα κάνει αυτά η μεγάλη η μυξοπαρθένα αλλά θα της δείξω εγώ!

-  σιγά για να καταλάβω. πόσο χρονών είναι οι κόρες σας;

- η μεγάλη 21 που να μην έσωνε! η μικρή είναι 16 αλλά της φούσκωσε τα μυαλά η άλλη και έβγαλε γλώσσα κι αυτό

- χμ... και το... παιδί; πόσο είναι;

- ε είναι λίγο πιο μικρός από μένα αλλά τι σημασία έχουν τα χρόνια; ο άνθρωπος μετράει

-  και πόσο είπαμε ότι είναι το παιδί;

-  ε θάναι γύρω στα 30... αλλά είναι αρνί του θεού σου λέω.




Ο πίνακας είναι του LucasCranach the Elder 

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

κορίτσια VS ανήσυχα χέρια... (μόνο για κορίτσια)

Η παρούσα ανάρτηση απευθύνεται μόνο σε κορίτσια - κάθε ηλικίας.  Τα αγοράκια - κάθε ηλικίας - μπορούν να κρυφοκοιτάξουν...  


Από το περιοδικό ΚΟΣΜΟΣ της 20ης Ιουνίου 1962

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

ε, αφού ανεκινήθη...

19 Αυγούστου 1884. Ο αρθρογράφος  - πιθανολογώ ότι είναι ο εκδότης της εφημερίδας, Δημ. Καμπούρογλου - γράφει για την αμυδρά ελπίδα να επιστραφούν τα "Ελγίνια μάρμαρα, όπως αποκαλούνται..." αφού το ζήτημα ανακινήθηκε το 1880...


19 Αυγούστου 2012, μαθαίνω για διάφορες κινήσεις που γίνονται - όπως αυτή
ή όπως αυτή

για επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα στο σπίτι τους.

Μετά από 128 χρόνια ακριβώς! Η ελπίς παραμένει σταθερώς αμυδρά.  Να είναι αυτό που εννοούν όταν λένε - οι άλλοι, γιατί εγώ δεν το λέω - οτι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία;

Έχω κι άλλη απορία όμως....
Γιατί εξακολουθούμε να τα λέμε Ελγίνια μάρμαρα;  Τα έκλεψε που τα έκλεψε, γιατί τους δώσαμε και το όνομά του; Μήπως να τα λέγαμε Μάρμαρα του Παρθενώνα;  (ακούγεται πολύ κάπως αυτό;)

Ολόκληρο το άρθρο της εφημερίδας "Δελτίον της Εβδομάδος" έχει αναρτηθεί στο ιστολόγιο του Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη


Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Μια πόρτα, μια χώρα, τρείς άνθρωποι.


Πρίν μερικά χρόνια, βρέθηκα έξω από μια μεταλλική πόρτα. Ήξερα πως πίσω από κείνη την πόρτα υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος – για τον οποίο με είχαν προετοιμάσει. Όμως όσα κι αν μου είχαν πεί, δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τι ακριβώς τελικά θα συναντούσα και πώς αυτή η “συνάντηση” θα εξελισσόταν.

Είναι αλήθεια πως η επιμονή του να μου μιλήσει πρώτα για όλα αυτά μου είχε κάνει εντύπωση. Αρχικά θεώρησα πως ήταν η αντίληψή του για τη “δέουσα” ενημέρωση που θα έπρεπε να έχω. Όμως όλα τα λεκτικά και τα εξωλεκτικά στοιχεία αυτής της ενημέρωσης, έδειχναν κάτι περισσότερο από μια συνέπεια απλώς στο “δέον”. Μου μιλούσε για τα “ιδεώδη” των ανθρώπων, για τους “ρομαντικούς” σκοπούς τους, για την έγνοια τους για τον Ελληνισμό, για την ιστορική συνέχεια, σε μια εποχή που η Ελλάδα έψαχνε την ταυτότητά της. Τον άκουγα με το ενδιαφέρον που σου προκαλεί αυτή καθ αυτή η συγκίνηση του ομιλητή για όσα λέει.

Ένιωθα πως υπήρχε κάτι παραπάνω όμως. Τα ερμήνευα ως την έκφραση του προσωπικού του πάθους και της συναισθηματικής του εμπλοκής με το θέμα και άκουγα όσα μου έλεγε, με σεβασμό.

Υπήρχε μέσα μου μόνο η αίσθηση του ανθρώπου που μου εμπιστεύτηκε ένα κομμάτι της προσωπικής και οικογενειακής του ιστορίας. Η φλόγα του, η έγνοια του, η λαχτάρα του και η συγκίνησή του για ό,τι βρισκόταν εκεί. Μπορούσα να νιώσω και να αντιληφθώ τα δικά του συναισθήματα και αυτά σεβόμουν. Μ εκείνον το σεβασμό που σου προκαλεί, η βαθιά συγκίνηση του άλλου. Χωρίς να ξέρεις καλά καλά το γιατί. Όμως, το πώς νιώθει για όλα αυτά είναι από μόνο του εξαιρετικά ισχυρό για να σου προκαλέσει σεβασμό.

Η πόρτα άνοιξε. Ένας μεγάλος χώρος, γεμάτος αντικείμενα, έπιπλα, κούτες, χαρτιά, σεντούκια... Έμεινα απλώς να κοιτάζω γύρω-γύρω, σχεδόν ακίνητη. Προσπαθούσα να συνδέσω όλα όσα είχα ακούσει, με ό,τι έβλεπα. Δεν ήταν δυνατόν όμως.

Τότε, μου είχε κάνει εντύπωση η έγνοια με την οποία με προετοίμαζε γι αυτή τη συνάντηση. Τώρα μπορώ να καταλάβω το γιατί.

Θα γνώριζα έναν κόσμο. Έναν κόσμο ισχυρό και συνάμα ευάλωτο. Έναν κόσμο που θέλει να τον πλησιάσεις με προσοχή και σεβασμό. Θα έμπαινα μέσα στο σπίτι, στο μυαλό, στην καρδιά, στη σκέψη και στα όνειρα μιας ολόκληρης οικογένειας και μιας ολόκληρης γενιάς. Θα τους έβλεπα “γυμνούς”. Και όλα αυτά, σχεδόν 100 χρόνια μετά που έζησαν. Θα μου “έδειχναν” φωτογραφίες τους, επιστολές τους, τη δουλειά τους, τους συγγενείς τους, τους έρωτές τους, τους φίλους τους, τις απογοητεύσεις και τις επιτυχίες τους. Τα σημειωματάρια με τις σκέψεις τους, τις αγωνίες τους, ακόμα ακόμα και τα έξοδα διαβίωσής τους. Θα μου έδειχναν, τα σχολικά τους τετράδια και τη σπουδή με την οποία καλλιγραφούσαν...

Κάθε τι έχει πολλές οπτικές. Κάθε αντικείμενο, κείμενο, φωτογραφία, βιβλίο, θα μπορούσε να γίνει από θησαυρός έως “παλιόχαρτα και σκουπίδια”, ανάλογα με τη ματιά και την πρόθεση με την οποία το έπιανες στα χέρια σου. Και όταν πρόκειται να ανοίξεις ένα παράθυρο στη ζωή ενός ανθρώπου για να την κοιτάξεις και μάλιστα ερήμην του, θα πρέπει πραγματικά να το κάνεις με πολύ προσοχή και απεριόριστο σεβασμό.

Ο στόχος μας τότε ήταν να βάλουμε σε μια σειρά όλο αυτό το υλικό. Δουλέψαμε αρκετά χρόνια γι αυτό. Τώρα, που έχει μπεί σε μια σειρά, θελήσαμε αυτόν τον κόσμο να τον μοιραστούμε. Να μοιραστούμε όλα εκείνα που μας έκαναν να χαμογελάσουμε, να γελάσουμε, να εντυπωσιαστούμε, να μάθουμε, να αναλογιστούμε. Να συνδέσουμε το παρόν μας με το παρελθόν μας.
100 χρόνια ακούγονται πολλά αλλά αυτό που φάνηκε είναι οτι ίσως τελικά δεν είναι και τόσο μακρινά ούτε τόσο ξένα απ τις δικές μας ζωές.

Κυρίες και Κύριοι, φίλοι και αναγνώστες – περαστικοί ή και αδιόρθωτοι - αυτού του ιστολογίου, βρίσκομαι στην εξαιρετικά ευχάριστη θέση να σας συστήσω το “Αρχείο Οικογένειας Λαμπάκη

Το αρχείο αυτό, αποτελείται από τις συλλογές των αδελφών Γιάγκου, Γιώργη και Μανώλη Λαμπάκη. Πέρα από το αρχειακό υλικό που απευθύνεται σε ειδικούς για τη μελέτη του, υπάρχει και ένα τεράστιο υλικό, που αφορά την εποχή που έζησαν και που είναι ενδιαφέρον αλλά και παραδόξως επίκαιρο. Υπάρχουν τα “στιγμιότυπα” και σ αυτά κυρίως θα επικεντρωθούμε στο νέο ιστολόγιο του Αρχείου. Όλα εκείνα που περπατάνε χέρι χέρι με το “επίσημο” αρχειακό υλικό και που μας φανερώνουν την καθημερινότητα της χώρας μας πρίν 100 χρόνια μέσα από εφημερίδες, φωτογραφίες, βιβλία, ημερολόγια...

Στοιχεία από το υλικό των συλλογών υπάρχουν στην επίσημη ιστοσελίδα του “Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη”, την οποία σας προσκαλώ να επισκεφθείτε και να περιδιαβείτε στις φωτογραφίες του Γιάγκου, τα σχέδια και τους πίνακες του Μανώλη και στις πληροφορίες για τη δραστηριότητα και το έργο του Γιώργη. Αναφέρομαι σ αυτούς, με τα μικρά τους ονόματα έτσι όπως αναφερόμαστε σ αυτούς, όταν καταγράφουμε τη “ζωή” τους.

Επισήμως πρόκειται για τους

Γιάγκο (Ιωάννη) Λαμπάκη, Φωτογράφο
Γεώργιο Λαμπάκη, Βυζαντινολόγο
Εμμανούηλ Λαμπάκη, Αγιογράφο - Ζωγράφο

Στον “κόσμο” αυτό, μου έκανε την τιμή να με εμπιστευτεί και να με συστήσει ο Πρόεδρος και Διαχειριστής του “Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη”, κ. Ιωάννης Λαμπάκης και θα ήθελα να τον ευχαριστήσω και από δω δημοσίως για την ευκαιρία που μου έδωσε να γνωρίσω αυτόν τον κόσμο

Ελπιζουμε να περάσετε όμορφα στις μικρές διαδρομές μας μέσα στο “Αρχείο Οικογένειας Λαμπάκη”

Η παρουσία του “Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη” στο διαδίκτυο γίνεται μέσα από:

Την επίσημη ιστοσελίδα

Το Ιστολόγιο

Το facebook.

Είστε όλοι, σε όλα ευπρόσδεκτοι. 
Καλές διαδρομές.

*Υ.Γ για τους πρεσβύωπες: Η λεζάντα της φωτογραφίας Αθήναι, Ακρόπολις, Άρειος Πάγος. Ερείπια ναού Διονυσ. Αρεοπαγίτου

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

φτου...

...με την καλή την έννοια!

Το ιστολόγιον, αντιλαμβανόμενο την κρισιμότητα των ημερών, προβαίνει σε τούτη τη δημοσίευση ως κοινωνική προσφορά σε όλους εκείνους που χρειάζονται ένα φτου... (για το μάτι, βεβαίως βεβαίως).


Με τις υγείες σας! 

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Αιδώς Αργείοι

και είπε ο Έκτορας στους Τρώες...

"...αλλά να πολεμάτε πυκνά συγκεντρωμένοι γύρω από τα πλοία.

Κι αν τύχει κάποιος από σας χτυπημένος ή τραυματισμένος να συναντήσει πρόωρα το θάνατο και τη μοίρα ας πεθάνει·

Όμως ο θάνατος για κείνον που την πατρίδα υπερασπίζεται δεν είναι επονείδιστος.

Θα μείνει ζωντανή η γυναίκα του και τα παιδιά του τα ανήλικα να συνεχίσουν τη γενιά

κι απείραχτο το σπίτι και το βιος του, σαν θα σαλπάρουν οι Αχαιοί για τη γλυκιά πατρίδα".


‘Ετσι είπε και ξεσήκωσε το πάθος και το θάρρος στον καθένα.




και είπε ο Αίαντας στους Έλληνες...

"Ντροπή Αργείοι! Το μόνο βέβαιο που τώρα μας περιμένει είναι να χαθούμε ή να σωθούμε και να διώξουμε τη συμφορά απ’ τα πλοία.

Αλήθεια, ελπίζετε πως, αν κυριεύσει τα πλοία ο Έκτορας με την κυματιστή τη χαίτη

στην περικεφαλαία, θα γυρίσετε με τα πόδια στην πατρίδα του ο καθένας;

Αλήθεια, δεν τον ακούτε που ξεσηκώνει ολόκληρο το λαό του,

τον Εκτορα που οργισμένος λαχταρά τα πλοία μας να κάψει;

Και, βέβαια, δεν μας προσκαλεί σε χορό, αλλά σε μάχη.

Κι όσο για μας, καμιά σκέψη ή ιδέα δεν είναι καλύτερη από τούτη,

Από το να ενώσουμε δηλαδή τα χέρια με την ψυχή μας σε μάχη σώμα με σώμα.

Γιατί είναι προτιμότερο την ίδια χρονική στιγμή να σκοτωθείς ή να σωθείς

στην πεισματώδη μάχη, παρά να βασανίζεσαι μια ζωή εδώ κοντά στα πλοία από κατώτερους άντρες
".

‘Ετσι είπε και ξεσήκωσε το πάθος και το θάρρος στον καθένα.


                                                                          Ιλιάδα  Ο  494 -  514

[...λλά μάχεσθ' πί νηυσίν ολλέες· ς δέ κεν μεων
βλήμενος έ τυπείς  θάνατον καί πότμον πίσπ
τεθνάτω· ο ο εικές μυνομέν περί πάτρης
τεθνάμεν·  λλ' λοχός τε σόη καί παδες πίσσω,
καί οκος καί κλρος κήρατος, ε κεν χαιοί
οχωνται σύν νηυσίν φίλην ς πατρίδα γααν
ς επών τρυνε μένος καί θυμόν κάστου.]

[...αδώς ργεοι· νν ρκιον  πολέσθαι
έ σαωθναι καί πώσασθαι κακά νην
 λπεσθ'  ν νας λ κορυθαίολος κτωρ
μβαδόν ξεσθαι ν πατρίδα γααν καστος;
 οκ τρύνοντος κούετε λαόν παντα
κτορος, ς δή νας νιπρσαι μενεαίνει;
ο μάν ς γε γε χορόν κέλετ΄λθέμεν, λλά μάχεσθαι.
μν δ' ο τις τοδε νόος καί μτις μείνων
  ατοσχεδί μξαι χεράς τε μένος τε.
βέλτερον  πολέσθαι να χρόνον έ βιναι
 δηθά στρεύγεσθαι ν αν δηϊοττι
δ' ατως παρά νηυσίν υπ' νδράσι χειροτέροισιν.
ς επών τρυνε μένος καί θυμόν κάστου]


Κείμενο και Μετάφραση απο: http://users.sch.gr/statpapako/edosargii_1.htm