Σελίδες

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

δε μπορείς πιο δυνατά;

“Ο κ. Κ. μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία:



Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε.
  • Νά, είχα δυό γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι κι άρπαξε το ένα απ΄το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί κι έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα.
    - Καλά, και δεν φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος.
    - Πώς, φώναξα, είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά.
    - Και δε σ΄άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί.
    - Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας με αναφυλλητά.
    - Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος.
    - Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει.
    - Τότε δώσε μου και τ΄άλλο, είπε ο άνθρωπος.
    Πήρε και το τελευταίο γρόσι απο το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του.”

Η ιστορία αυτή είναι αφιερωμένη στον Βιβλιοθηκάριο και τη συζήτηση που έγινε στην ανάρτησή του με θέμα "Τα παιδικά πάρτυ"

Πηγή: “Ιστορίες του κ. Κόϋνερ. Η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής”, Μπέρτολτ Μπρέχτ. Μετάφραση Πέτρος Μάρκαρης. Εκδόσεις Θεμέλιο.

Η φωτογραφία είναι από εδώ

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

αρνί ετών τριάντα



- που πάμε;

- στο καλαμάκι. δρόμο δε θυμάμαι τώρα. μήπως μου άφησαν μυαλό οι αχαϊρευτες;

- να πάω απο βουλιαγμένης;

- πήγαινε απ όπου θες κοπέλα μου. έτσι που είμαι τώρα για φούντο είμαι

- γιατί; τι έγινε;

- τι να γίνει; έχεις παιδιά;

- όχι

- καλύτερααα τυχερήηηη

- γιατί το λέτε;

- γιατί και γω που έχω τι κατάλαβα; πρόκοψα. τις ανεπρόκοπες, τις αχαΐρευτες  αυτή η μεγάλη τα φταίει όλα. πήρε με το μέρος της και τη μικρή και κάνανε κόμμα  σε ποιόν; σε μένα. που έχασα τα χρόνια μου να τις μεγαλώσω. οι αχάριστες. και τι τους έφταιξε το παιδί; μια χαρά παιδί ήσυχο ευγενικό. σε τίποτα δεν τους πειράζει. λυσσάξανε όμως οι βρωμιάρες

- μα τι έγινε; γιατί είστε τόσο αναστατωμένη;

- τι να έγινε; δε χρωστάνε καλό οι αχαΐρευτες - που κακό χρόνο νάχουνε – μη δούνε άνθρωπο να γελάει το χειλάκι του. να το πετάξουν το δηλητήριο. φαγώθηκαν. λύσσαξαν. εκείνη η μεγάλη τα φταίει όλα. έβαλε στα αίματα και τη μικρή. ήθελα νάξερα τι τους έφταιξε το παιδί. μια χαρά παιδί είναι. ήσυχο ούτε ακούγεται μέσα στο σπίτι. αλλά η μέγαιρα θα το φάει. έχει βαλθεί να το διώξει απ το σπίτι αλλά δεν ξέρει ακόμα που έμπλεξε. καλή καλή αλλά έχω και τα όριά μου. τόσα χρόνια τις μεγάλωνα και τίποτα δεν τους έλειψε και νάτο το ευχαριστώ. θα τις κανονίσω όμως εγώ. εκείνη εκείνη τη μεγάλη ειδικά. θα της κάνω μεγάλο κακό. Θα φτύσει το γάλα που της έδινα που να μου κοβόταν τέτοιο φίδι που ζέσταινα στον κόρφο μου. μάνα μάνα αλλά έχω και τα όριά μου. θα τη διώξω κοπέλα μου. θα τη διώξω μα το σταυρό που σου κάνω.θα την πετάξω στο δρόμο αν δε βάλει μυαλό. κι αν θέλει και η μικρή ας πάει μαζί της. τότε να δούμε πόσο τους φταίει το αγόρι μου

-  μα για τα παιδιά σας μιλάτε;

-  όοοχι κορίτσι μου. αυτά δεν είναι παιδιά. αυτά είναι τύραννοι  είναι κακοί άνθρωποι και τώρα θα δούνε και την ανάποδη. δεν τους έφτασαν τόσα χρόνια που χαλάλισα. τώρα θέλουν να διώξουν το παιδί απ το σπίτι. αλλά δε με ξέρουν καλά. αν νομίζουν ότι θα με εκβιάζουν εμένα είναι γελασμένες! θα τους δείξω εγώ! μα την αλήθεια, θα τη διώξω την κακούργα απ το σπίτι. τούρκα με έκανε! ακούς εκεί να μου στείλει τελεσίγραφο. σε ποιόν; σε μένα! και απαιτεί κιόλας η αχάριστη. να διώξω λέει το παιδί απ το σπίτι. ή εκείνες ή αυτός! χα! νομίζει ότι θα με εκβιάσει αλλά δε με ξέρει καλά. απόψε το βράδυ θα δει τη γλύκα. να δούμε θα της αρέσει να είναι σαν το σκυλί στο δρόμο; για να δούμε; θα της αρέσει; που της τα έχω όλα στο χέρι και έχει και απαιτήσεις! η γαιδούρα! η αχαίρευτη! η αχάριστη - που κακό χρόνο να χει

-  μη μιλάτε έτσι. θα ηρεμήσετε, θα μιλήσετε και όλα θα φτιάξουν

-  τι να φτιάξει κοπέλα μου; αυτές λυσσάξανε σου λέω να φύγει το παιδί απ το σπίτι

-  μα ποιό είναι το παιδί; γιος σας

-  όχι κορίτσι μου.... αλλά να... νέα γυναίκα είμαι και γώ. γνώρισα έναν άνθρωπο  και με κάνει ευτυχισμένη. τι έγκλημα έκανα πια; είπα να τον φέρω στο σπίτι και λυσσάξανε! οι παραδόπιστες. αντί να σκεφτούν την ευτυχία μου. αλλά το ξέρω ότι απ τη ζήλια της το κάνει. και θα το πληρώσει ακριβά. μέρα νύχτα σκέφτομαι τι κακό θα της κάνω. και τι έκανε πια και θέλει να του πάρει το κεφάλι; τι έκανε;

-  ένα λεπτό για να καταλάβω. εσείς έχετε δύο κόρες;

-  ναι

-  και έναν γιο;

-  όχι σου λέω. ένα αίσθημα έχω και γώ. νέα γυναίκα είμαι. ανάγκες έχω τι να κάνω;

-  ωραία. και ζείτε όλοι μαζί;

-  ναι το έφερα το παιδί στο σπίτι. τι να κάνω; σαν τις πουτάνες στο δρόμο και στα πάρκα να είμαι; δεν είχε σπίτι το παιδί και το έφερα στο δικό μου. μ΄ αυτά τα χέρια που βλέπεις το έχτισα αυτό το σπίτι. πέτρα πέτρα. μόνο δικό μου είναι και θα το κάνω ότι θέλω και θα βάζω μέσα όποιον θέλω και οποιανού του γουστάρει. κι αν δεν τους αρέσει, ούστ! που νομίζανε ότι θα τους το γράψω κιόλας. αμ δεν τρελάθηκα! 

-  και οι κόρες σας δεν τον θέλουν;

-  λυσσάξανε σου λέω

-  μήπως τους έκανε κάτι;

-  όχι καλέ! τι να τους κάνει. ένα αρνί του θεού είναι το παιδί 

-  και γιατί θέλουν να φύγει. τι σας είπαν

-  ότι τάχα μου βγήκε απ το δωμάτιο μόνο με το σλιπάκι. ε και τι έγινε; τι τις πείραξε τις σκύλες που βγήκε με το σλιπάκι του το παιδί στο σαλόνι; ζέστη έκανε. τι να κάνει; να ψηθεί; τι τους πείραξε; απ τη ζήλια της τα κάνει αυτά η μεγάλη η μυξοπαρθένα αλλά θα της δείξω εγώ!

-  σιγά για να καταλάβω. πόσο χρονών είναι οι κόρες σας;

- η μεγάλη 21 που να μην έσωνε! η μικρή είναι 16 αλλά της φούσκωσε τα μυαλά η άλλη και έβγαλε γλώσσα κι αυτό

- χμ... και το... παιδί; πόσο είναι;

- ε είναι λίγο πιο μικρός από μένα αλλά τι σημασία έχουν τα χρόνια; ο άνθρωπος μετράει

-  και πόσο είπαμε ότι είναι το παιδί;

-  ε θάναι γύρω στα 30... αλλά είναι αρνί του θεού σου λέω.




Ο πίνακας είναι του LucasCranach the Elder 

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

κορίτσια VS ανήσυχα χέρια... (μόνο για κορίτσια)

Η παρούσα ανάρτηση απευθύνεται μόνο σε κορίτσια - κάθε ηλικίας.  Τα αγοράκια - κάθε ηλικίας - μπορούν να κρυφοκοιτάξουν...  


Από το περιοδικό ΚΟΣΜΟΣ της 20ης Ιουνίου 1962

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

ε, αφού ανεκινήθη...

19 Αυγούστου 1884. Ο αρθρογράφος  - πιθανολογώ ότι είναι ο εκδότης της εφημερίδας, Δημ. Καμπούρογλου - γράφει για την αμυδρά ελπίδα να επιστραφούν τα "Ελγίνια μάρμαρα, όπως αποκαλούνται..." αφού το ζήτημα ανακινήθηκε το 1880...


19 Αυγούστου 2012, μαθαίνω για διάφορες κινήσεις που γίνονται - όπως αυτή
ή όπως αυτή

για επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα στο σπίτι τους.

Μετά από 128 χρόνια ακριβώς! Η ελπίς παραμένει σταθερώς αμυδρά.  Να είναι αυτό που εννοούν όταν λένε - οι άλλοι, γιατί εγώ δεν το λέω - οτι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία;

Έχω κι άλλη απορία όμως....
Γιατί εξακολουθούμε να τα λέμε Ελγίνια μάρμαρα;  Τα έκλεψε που τα έκλεψε, γιατί τους δώσαμε και το όνομά του; Μήπως να τα λέγαμε Μάρμαρα του Παρθενώνα;  (ακούγεται πολύ κάπως αυτό;)

Ολόκληρο το άρθρο της εφημερίδας "Δελτίον της Εβδομάδος" έχει αναρτηθεί στο ιστολόγιο του Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη


Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Μια πόρτα, μια χώρα, τρείς άνθρωποι.


Πρίν μερικά χρόνια, βρέθηκα έξω από μια μεταλλική πόρτα. Ήξερα πως πίσω από κείνη την πόρτα υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος – για τον οποίο με είχαν προετοιμάσει. Όμως όσα κι αν μου είχαν πεί, δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τι ακριβώς τελικά θα συναντούσα και πώς αυτή η “συνάντηση” θα εξελισσόταν.

Είναι αλήθεια πως η επιμονή του να μου μιλήσει πρώτα για όλα αυτά μου είχε κάνει εντύπωση. Αρχικά θεώρησα πως ήταν η αντίληψή του για τη “δέουσα” ενημέρωση που θα έπρεπε να έχω. Όμως όλα τα λεκτικά και τα εξωλεκτικά στοιχεία αυτής της ενημέρωσης, έδειχναν κάτι περισσότερο από μια συνέπεια απλώς στο “δέον”. Μου μιλούσε για τα “ιδεώδη” των ανθρώπων, για τους “ρομαντικούς” σκοπούς τους, για την έγνοια τους για τον Ελληνισμό, για την ιστορική συνέχεια, σε μια εποχή που η Ελλάδα έψαχνε την ταυτότητά της. Τον άκουγα με το ενδιαφέρον που σου προκαλεί αυτή καθ αυτή η συγκίνηση του ομιλητή για όσα λέει.

Ένιωθα πως υπήρχε κάτι παραπάνω όμως. Τα ερμήνευα ως την έκφραση του προσωπικού του πάθους και της συναισθηματικής του εμπλοκής με το θέμα και άκουγα όσα μου έλεγε, με σεβασμό.

Υπήρχε μέσα μου μόνο η αίσθηση του ανθρώπου που μου εμπιστεύτηκε ένα κομμάτι της προσωπικής και οικογενειακής του ιστορίας. Η φλόγα του, η έγνοια του, η λαχτάρα του και η συγκίνησή του για ό,τι βρισκόταν εκεί. Μπορούσα να νιώσω και να αντιληφθώ τα δικά του συναισθήματα και αυτά σεβόμουν. Μ εκείνον το σεβασμό που σου προκαλεί, η βαθιά συγκίνηση του άλλου. Χωρίς να ξέρεις καλά καλά το γιατί. Όμως, το πώς νιώθει για όλα αυτά είναι από μόνο του εξαιρετικά ισχυρό για να σου προκαλέσει σεβασμό.

Η πόρτα άνοιξε. Ένας μεγάλος χώρος, γεμάτος αντικείμενα, έπιπλα, κούτες, χαρτιά, σεντούκια... Έμεινα απλώς να κοιτάζω γύρω-γύρω, σχεδόν ακίνητη. Προσπαθούσα να συνδέσω όλα όσα είχα ακούσει, με ό,τι έβλεπα. Δεν ήταν δυνατόν όμως.

Τότε, μου είχε κάνει εντύπωση η έγνοια με την οποία με προετοίμαζε γι αυτή τη συνάντηση. Τώρα μπορώ να καταλάβω το γιατί.

Θα γνώριζα έναν κόσμο. Έναν κόσμο ισχυρό και συνάμα ευάλωτο. Έναν κόσμο που θέλει να τον πλησιάσεις με προσοχή και σεβασμό. Θα έμπαινα μέσα στο σπίτι, στο μυαλό, στην καρδιά, στη σκέψη και στα όνειρα μιας ολόκληρης οικογένειας και μιας ολόκληρης γενιάς. Θα τους έβλεπα “γυμνούς”. Και όλα αυτά, σχεδόν 100 χρόνια μετά που έζησαν. Θα μου “έδειχναν” φωτογραφίες τους, επιστολές τους, τη δουλειά τους, τους συγγενείς τους, τους έρωτές τους, τους φίλους τους, τις απογοητεύσεις και τις επιτυχίες τους. Τα σημειωματάρια με τις σκέψεις τους, τις αγωνίες τους, ακόμα ακόμα και τα έξοδα διαβίωσής τους. Θα μου έδειχναν, τα σχολικά τους τετράδια και τη σπουδή με την οποία καλλιγραφούσαν...

Κάθε τι έχει πολλές οπτικές. Κάθε αντικείμενο, κείμενο, φωτογραφία, βιβλίο, θα μπορούσε να γίνει από θησαυρός έως “παλιόχαρτα και σκουπίδια”, ανάλογα με τη ματιά και την πρόθεση με την οποία το έπιανες στα χέρια σου. Και όταν πρόκειται να ανοίξεις ένα παράθυρο στη ζωή ενός ανθρώπου για να την κοιτάξεις και μάλιστα ερήμην του, θα πρέπει πραγματικά να το κάνεις με πολύ προσοχή και απεριόριστο σεβασμό.

Ο στόχος μας τότε ήταν να βάλουμε σε μια σειρά όλο αυτό το υλικό. Δουλέψαμε αρκετά χρόνια γι αυτό. Τώρα, που έχει μπεί σε μια σειρά, θελήσαμε αυτόν τον κόσμο να τον μοιραστούμε. Να μοιραστούμε όλα εκείνα που μας έκαναν να χαμογελάσουμε, να γελάσουμε, να εντυπωσιαστούμε, να μάθουμε, να αναλογιστούμε. Να συνδέσουμε το παρόν μας με το παρελθόν μας.
100 χρόνια ακούγονται πολλά αλλά αυτό που φάνηκε είναι οτι ίσως τελικά δεν είναι και τόσο μακρινά ούτε τόσο ξένα απ τις δικές μας ζωές.

Κυρίες και Κύριοι, φίλοι και αναγνώστες – περαστικοί ή και αδιόρθωτοι - αυτού του ιστολογίου, βρίσκομαι στην εξαιρετικά ευχάριστη θέση να σας συστήσω το “Αρχείο Οικογένειας Λαμπάκη

Το αρχείο αυτό, αποτελείται από τις συλλογές των αδελφών Γιάγκου, Γιώργη και Μανώλη Λαμπάκη. Πέρα από το αρχειακό υλικό που απευθύνεται σε ειδικούς για τη μελέτη του, υπάρχει και ένα τεράστιο υλικό, που αφορά την εποχή που έζησαν και που είναι ενδιαφέρον αλλά και παραδόξως επίκαιρο. Υπάρχουν τα “στιγμιότυπα” και σ αυτά κυρίως θα επικεντρωθούμε στο νέο ιστολόγιο του Αρχείου. Όλα εκείνα που περπατάνε χέρι χέρι με το “επίσημο” αρχειακό υλικό και που μας φανερώνουν την καθημερινότητα της χώρας μας πρίν 100 χρόνια μέσα από εφημερίδες, φωτογραφίες, βιβλία, ημερολόγια...

Στοιχεία από το υλικό των συλλογών υπάρχουν στην επίσημη ιστοσελίδα του “Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη”, την οποία σας προσκαλώ να επισκεφθείτε και να περιδιαβείτε στις φωτογραφίες του Γιάγκου, τα σχέδια και τους πίνακες του Μανώλη και στις πληροφορίες για τη δραστηριότητα και το έργο του Γιώργη. Αναφέρομαι σ αυτούς, με τα μικρά τους ονόματα έτσι όπως αναφερόμαστε σ αυτούς, όταν καταγράφουμε τη “ζωή” τους.

Επισήμως πρόκειται για τους

Γιάγκο (Ιωάννη) Λαμπάκη, Φωτογράφο
Γεώργιο Λαμπάκη, Βυζαντινολόγο
Εμμανούηλ Λαμπάκη, Αγιογράφο - Ζωγράφο

Στον “κόσμο” αυτό, μου έκανε την τιμή να με εμπιστευτεί και να με συστήσει ο Πρόεδρος και Διαχειριστής του “Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη”, κ. Ιωάννης Λαμπάκης και θα ήθελα να τον ευχαριστήσω και από δω δημοσίως για την ευκαιρία που μου έδωσε να γνωρίσω αυτόν τον κόσμο

Ελπιζουμε να περάσετε όμορφα στις μικρές διαδρομές μας μέσα στο “Αρχείο Οικογένειας Λαμπάκη”

Η παρουσία του “Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη” στο διαδίκτυο γίνεται μέσα από:

Την επίσημη ιστοσελίδα

Το Ιστολόγιο

Το facebook.

Είστε όλοι, σε όλα ευπρόσδεκτοι. 
Καλές διαδρομές.

*Υ.Γ για τους πρεσβύωπες: Η λεζάντα της φωτογραφίας Αθήναι, Ακρόπολις, Άρειος Πάγος. Ερείπια ναού Διονυσ. Αρεοπαγίτου

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

φτου...

...με την καλή την έννοια!

Το ιστολόγιον, αντιλαμβανόμενο την κρισιμότητα των ημερών, προβαίνει σε τούτη τη δημοσίευση ως κοινωνική προσφορά σε όλους εκείνους που χρειάζονται ένα φτου... (για το μάτι, βεβαίως βεβαίως).


Με τις υγείες σας! 

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Αιδώς Αργείοι

και είπε ο Έκτορας στους Τρώες...

"...αλλά να πολεμάτε πυκνά συγκεντρωμένοι γύρω από τα πλοία.

Κι αν τύχει κάποιος από σας χτυπημένος ή τραυματισμένος να συναντήσει πρόωρα το θάνατο και τη μοίρα ας πεθάνει·

Όμως ο θάνατος για κείνον που την πατρίδα υπερασπίζεται δεν είναι επονείδιστος.

Θα μείνει ζωντανή η γυναίκα του και τα παιδιά του τα ανήλικα να συνεχίσουν τη γενιά

κι απείραχτο το σπίτι και το βιος του, σαν θα σαλπάρουν οι Αχαιοί για τη γλυκιά πατρίδα".


‘Ετσι είπε και ξεσήκωσε το πάθος και το θάρρος στον καθένα.




και είπε ο Αίαντας στους Έλληνες...

"Ντροπή Αργείοι! Το μόνο βέβαιο που τώρα μας περιμένει είναι να χαθούμε ή να σωθούμε και να διώξουμε τη συμφορά απ’ τα πλοία.

Αλήθεια, ελπίζετε πως, αν κυριεύσει τα πλοία ο Έκτορας με την κυματιστή τη χαίτη

στην περικεφαλαία, θα γυρίσετε με τα πόδια στην πατρίδα του ο καθένας;

Αλήθεια, δεν τον ακούτε που ξεσηκώνει ολόκληρο το λαό του,

τον Εκτορα που οργισμένος λαχταρά τα πλοία μας να κάψει;

Και, βέβαια, δεν μας προσκαλεί σε χορό, αλλά σε μάχη.

Κι όσο για μας, καμιά σκέψη ή ιδέα δεν είναι καλύτερη από τούτη,

Από το να ενώσουμε δηλαδή τα χέρια με την ψυχή μας σε μάχη σώμα με σώμα.

Γιατί είναι προτιμότερο την ίδια χρονική στιγμή να σκοτωθείς ή να σωθείς

στην πεισματώδη μάχη, παρά να βασανίζεσαι μια ζωή εδώ κοντά στα πλοία από κατώτερους άντρες
".

‘Ετσι είπε και ξεσήκωσε το πάθος και το θάρρος στον καθένα.


                                                                          Ιλιάδα  Ο  494 -  514

[...λλά μάχεσθ' πί νηυσίν ολλέες· ς δέ κεν μεων
βλήμενος έ τυπείς  θάνατον καί πότμον πίσπ
τεθνάτω· ο ο εικές μυνομέν περί πάτρης
τεθνάμεν·  λλ' λοχός τε σόη καί παδες πίσσω,
καί οκος καί κλρος κήρατος, ε κεν χαιοί
οχωνται σύν νηυσίν φίλην ς πατρίδα γααν
ς επών τρυνε μένος καί θυμόν κάστου.]

[...αδώς ργεοι· νν ρκιον  πολέσθαι
έ σαωθναι καί πώσασθαι κακά νην
 λπεσθ'  ν νας λ κορυθαίολος κτωρ
μβαδόν ξεσθαι ν πατρίδα γααν καστος;
 οκ τρύνοντος κούετε λαόν παντα
κτορος, ς δή νας νιπρσαι μενεαίνει;
ο μάν ς γε γε χορόν κέλετ΄λθέμεν, λλά μάχεσθαι.
μν δ' ο τις τοδε νόος καί μτις μείνων
  ατοσχεδί μξαι χεράς τε μένος τε.
βέλτερον  πολέσθαι να χρόνον έ βιναι
 δηθά στρεύγεσθαι ν αν δηϊοττι
δ' ατως παρά νηυσίν υπ' νδράσι χειροτέροισιν.
ς επών τρυνε μένος καί θυμόν κάστου]


Κείμενο και Μετάφραση απο: http://users.sch.gr/statpapako/edosargii_1.htm

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

αυστηρά ακατάλληλο

... άλλο ένα σώμα που ήρθε για να ξεπληρώσει κάποιο χρέος της ψυχής.



Ανάρτηση με βαθύ σεβασμό στο συμβολισμό της μέρας.  

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

θέλω να σε ρωτήσω

Πολλές είναι οι φορές που διάβασα κάτι σ αυτή τη “γειτονιά”, στην οποία “συναντηθήκαμε” καμιά πενηνταριά άνθρωποι, που επικοινωνούμε, που σας σκέφτομαι, που με συγκινείτε, που με κάνετε να γελάω, που ανοίγετε παράθυρα στο μυαλό μου, που μου κάνετε δωράκια και μου δίνετε ανασούλες και που άσχετα με την “ακαδημαική” μορφή και ορισμό της ποίησης, για μένα είναι ποίημα.

Μέσα σε αστεία και σοβαρά, ελαφρά και βαριά, ώριμα και παιδιάστικα, γεννιούνται μικρά και μεγάλα ποιήματα.

Αν μπορούσαμε λοιπόν, να είμαστε κάπου μαζί, θα ήθελα να ρωτήσω τον καθένα από σας ένα σωρό πράγματα.

Σκέφτηκα έναν τρόπο να το κάνω. Σκέφτηκα μερικές ερωτήσεις. Θέλω να τις θεωρήσεις ως απολύτως προσωπικές. Είναι πράγματα που αν μπορούσα θα ήθελα τόσο πολύ να ρωτήσω τον καθένα ξεχωριστά...

Αγαπητέ μου γείτονα, διάβασέ τις, κι αν θέλεις, κάνε μου την τιμή και δώσε μου τη χαρά να μου απαντήσεις. (Αναρωτήθηκα για τον πιο πρακτικό τρόπο για να έχω αυτές τις απαντήσεις. Σκέφτηκα αυτόν – κι αν έχεις να μου προτείνεις άλλον, σ ακούω.)

Θα γράψεις ένα ποστάκι στο μπλόγκ σου με τις απαντήσεις – σε όσες ερωτήσεις θέλεις. Και μετά θα έρθεις εδώ να μου αφήσεις στα σχόλια, το λίνκ μ αυτή την ανάρτηση των απαντήσεων. Επειδή σε αρκετές απαντήσεις, ίσως χρειαστεί να ανατρέξεις σε παλιότερες αναρτήσεις σου, πολύ θα με διευκόλυνες αν στις απαντήσεις είχες συνδέσμους για τα πόστ στα οποία αναφέρεσαι.

Σε δυσκόλεψα; ωραία!

Πάρε όσο χρόνο θέλεις... θα είμαι εδώ να σε κρυφοκοιτάω και θα περιμένω με ανυπομονησία να διαβάσω τις απαντήσεις σου.

Θέλω να σε ρωτήσω...

ποιο θεωρείς το πιο αυτοβιογραφικό σου ποστ
ποιο είναι το ποστ που σε “πόνεσε”
ποιο ποστ ένιωσες σαν “γέννα” επώδυνη, που όταν τελείωσε ένιωσες λύτρωση
ποιο είναι το ποστ που γελάς μαζί του
ποιο είναι το ποστ που γελάς μαζί σου
ποιο είναι το ποστ που καμαρώνεις
ποιο είναι το ποστ που ίσως και να κατέβαζες
ποιο είναι το σχόλιο που σε “τσάκισε”
ποιο ποστ θεωρείς γοητευτικό
για ποιο ποστ το είδος της ανταπόκρισης σε εντυπωσίασε;
ποιο ποστ είναι εκείνο που καταλαβαίνεις μόνο εσύ και το έγραψες μόνο για σένα
ποιο ποστ έγραψες μόνο και μόνο για να διαβαστεί από συγκεκριμένα μάτια.
Και τελειώνοντας, έγραψες ποτέ χωρίς να μπορείς να βλέπεις καθαρά την οθόνη, από δάκρυα;

...θα μου πεις;



Αφιερωμένο σε όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα ποιήματα "ανώνυμων" ποιητών που γεννιούνται κάθε στιγμή και καθιστούν την ποίηση ζωντανή και ρέουσα...  

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Ζαριά


Έπαθα Έρωτα. Με Τα Γυμνά Δέντρα.  
Έπαθα Έρωτα με την Ομορφιά της Απογύμνωσης.  
Έπαθα Έρωτα με το Υποννοούμενο Άγγιγμα των Κορμών. 
Άφησέ το να κοιταχτεί...  



Έπαθα Έρωτα με τις γυμνές της λέξεις.. Έπαθα Έρωτα με την Ομορφιά της Απογύμνωσης του Φόβου. Άφησέ το να διαβαστεί...

“Η αλήθεια είναι ότι ο θάνατος της μητέρας μου ήτανε μια κρυφή αρρώστια και να που τώρα η εμφάνισή σου είναι το φάρμακο και το θαύμα. 
Χωρίς να μ έχεις κοιτάξει, χωρίς να μου έχεις πει ούτε λέξη, η αύρα σου μου υπόσχεται ότι μας περιμένει μια σειρά πανηγυράκια περασμένα από μια πετονιά, ότι θα τελειώσει κι αυτός ο χειμώνας κι εμείς και τα νησιά θα πηγαινοερχόμαστε μέσα στο ζεστό αεράκι. 
Η αύρα σου μου λέει οτι θα έρθει η στιγμή που θα ανοίξει και πάλι ο καιρός και οι δρόμοι και οι φράσεις, πως θα βρεθεί η λέξη-κλειδί, που έρχεται, που προστάζει, που αποσαφηνίζει, και θα κάνει να υπάρξει κι άλλο καλοκαίρι.

Δεν θα πεθάνουμε ούτε από το κρύο ούτε από μοναξιά ούτε από τις καταστροφές του πολέμου αλλά ούτε κι από ασάφεια.

Στα γράφω αυτά και μου έρχεται από τους 5000 βαθμούς κάτω από το μηδέν η φωνή της μητέρας μου χαδιάρικη - “ακόμα με φοβάσαι” μου λέει “γι αυτό φοβάσαι το κρύο”. Ναι, το φοβάμαι, φοβάμαι όταν έξω από το σπίτι φυσάει όπως όταν έχει νικήσει η τρέλα και οι τέσσερις κυρίαρχοι αέρηδες χτυπιούνται σώμα με σώμα και φυσάει χώμα κι αρμυρό νερό από μια μακρινή θάλασσα, που γίνεται κοντινή, τώρα έφτασε και αφρίζει κάτω απ τα παράθυρα του νού. Τώρα κι εσένα ακόμα σε φοβάμαι, με τις μυστικές σου υποσχέσεις για θαυματουργά δαχτυλίδια που θ΄ ανταλλάξουμε μια νύχτα πανηγυριού – πάνω από το χώμα όλο το γλέντι ιπτάμενο, όλη η χαρά σε μια νύχτα που θα τη στραβώσει ο ήλιος και τότε θα σβήσει η υπόσχεση της αύρας σου. Όχι, δε θα σβήσει γιατί κάτι επάνω σου μου λέει ότι θα είμαστε σώοι και αβλαβείς. Ορκίζομαι να σου πάρω τα μυαλά, να σου κλέψω τα μυστικά σου γιατί ο θεός μου είναι ο Ερμής.”


Τη λένε Μαρία Μήτσορα. 
Το απόσπασμα (τι ειρωνική λέξη.... για κάτι που μου έδωσε ανέλπιστες ανάσες και με παρέσυρε σε ομορφιά, σε στιγμές δύσκολες και χωρίς αέρα) είναι από το βιβλίο της “Καλός Καιρός / Μετακίνηση” και έχει τίτλο Ζαριά/Το Κρύο απ το παρελθόν.  

Μου λείψατε...  
Θα μου λείπετε... 

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

το Παιδί και το γράμμα

Πάντα πίστευα πως τα παιδιά μας βγάζουν απ τα ζόρια. Τα παιδιά μπορούν να μας βγάλουν απ το τέλμα. Κι ας λέμε όλοι οι άλλοι εκείνα τα χαριτωμένα, "παιδί μένεις στην ψυχή" "δεν έχει σημασία η ηλικία" "ας μείνουμε πάντα παιδιά"... ξέρουμε πολύ καλά, πως δε μπορούμε να είμαστε πραγματικά παιδιά. Μόνο να παίζουμε τα παιδιά, σαν κακοί ηθοποιοί. Όχι με κακή πρόθεση. Μπορεί πραγματικά να θέλουμε να είμαστε σαν παιδιά. Αλλά αντιλαμβάνεσαι ότι πολύ απλά δεν γίνεται! Γιατί επίσης πολύ απλά, δεν είσαι παιδί. Είσαι ενήλικας. Με όσα καλά και κακά φέρνει αυτό μαζί του. Φλυαρώ όμως και θα χάσω το σημαντικό. Το σημαντικό λοιπόν είναι πως ένα παιδί βρήκε και τα χαμένα γράμματα. Ήρθε χθες το βράδυ και τα άφησε στην πόρτα μου η Joker. Και γώ θέλω να το μοιραστώ από δω - γιατί στην άκρη της πόρτας μπορεί να μην τα δείτε.

Η στιχομυθία είναι απ τα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης "1 γρΑμμα"

J: Μπορεί να είναι εκείνο το j που υπήρχε κάποτε στα αρχαία..

S: Jokerακι, τι ήχο είχε εκείνο το γράμμα; και τι χρώμα; έχεις καμία υποψία; Ξέρεις άλλα γράμματα που να έχουν χαθεί; (κι ας μην ήταν ελληνικά - δε με πειράζει).

J: Εκείνο το γράμμα χρησιμοποιήθηκε για να αποδώσει έναν αρχαίο φθόγγο. 

Δεν ξέρω τον ήχο του, ξέρω όμως το όνομα του..Γιώτ! 
Από τα ελληνικά κάποτε χάθηκε και το F που το έλεγαν Δίγαμμα επειδή μοιάζει με δύο Γ μαζί..
Φήμες λένε ότι το χρώμα τους ήταν το λευκό αλλά κάποτε έγινε διαφανές γι'αυτό και χάθηκαν και κανείς δε μπόρεσε να τα βρει..
Α! Ξέρω και για ένα ακόμη..ένα που έμοιαζε με το N αλλά η γραμμούλα δεν ήταν από πάνω προς τα κάτω αλλά από κάτω προς τα πάνω..Αυτό το γράμμα λεγόταν Κόππα. 
Βρισκόταν πάντα ανάμεσα στο Π και στο Ρ και δεν έκανε παρέα με τα άλλα γράμματα. 
Ο ήχος του ήταν σαν κ . Έτσι κάποια μέρα αποφάσισαν να κρατήσουν μόνο ένα κ και έτσι έδιωξαν το καημένο το Κοππα.. 
Από τότε κανείς δεν το έχει ξαναδεί..
Όσο για χρώμα, λένε ότι ήταν Γκρι γιατί ήθελε να περνά απαρατήρητο, σε αντίθεση με το κ που είχε έντονο χρώμα, γι'αυτό και προτίμησαν να το κρατήσουν στο αλφάβητο. 
Αυτά γνωρίζω. 
Άμα μάθω και για άλλα, θα ξανάρθω.. :) 

Να ξανάρθεις Jokeraki, να ξανάρθεις... :)

Σ ευχαριστώ για το δώρο που άφησες στην πόρτα μου.  Γιατί φωτίζεται η σκέψη πως με παιδιά, που μπορούν να ψάχνουν χαμένα γράμματα και να τα βρίσκουν, ίσως κάποτε ξαναβρεθούν και όλα όσα οι σοφοί ενήλικες χάσαμε ή κρύψαμε. 

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

1 γρΑμμα

Σταμάτησε στη μέση της λέξης. Τα πρώτα δευτερόλεπτα, απλώς έψαχνε στο μυαλό της, όπως όταν της έλειπε μια λέξη και ήξερε πως μετά από λίγο θα εμφανιζόταν. Εψαχνε... περίμενε... άφησε το βλέμμα της να χαζέψει απέναντι... Κοίταξε πάλι τη μισή λέξη... κάτι της έλειπε... Όλα τα γνωστά μισά που θα μπορούσαν να τη συμπληρώσουν, δεν έλεγαν αυτό που ήθελε να ειπωθεί. Καμία απ τις γνωστές λέξεις δεν θα άρμοζε... δεν θα άγγιζε αυτό που ήθελε να ειπωθεί.

Ίσως αν άλλαζε λέξη. Ή ίσως αν άλλαζε τη σειρά στις ήδη υπάρχουσες λέξεις; Τίποτα... κανένα φως... καμία αννάσα....
Σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα στο δωμάτιο... άνοιξε το παράθυρο να μπει κρύος αέρας. Η συκιά απέναντι έσπασε στη μέση. Κρίμα... τώρα θα βλέπει πιο πολλούς απέναντι.
Ξανακάθησε στο γραφείο. Η λέξη μισή, έτσι απότομα σταματημένη, αιωρείται εν αναμονή....
Άνοιξε συρτάρια... γεμάτα μολύβια ξύστρες, γόμες, διορθωτικά, χάρακες... άδεια από γράμματα.  Ούτε ένα τόσο δα γράμμα...
Ένα τόσο δα γράμμα κι ας είναι και πεζό. Κι ας είναι και κεφαλαίο. Δε μπορεί να αφήσει τη λέξη μισή, μα της λείπει ένα γράμμα.. Ένα γράμμα να την κάνει όπως θέλει να είναι αυτό που θέλει να ειπωθεί.

- Πώς θέλει να είναι αυτό που θέλει να ειπωθεί;
- Δεν ξέρω. Δε λέει.
- Γιατί;
- Δε μπορεί. Θέλει το γράμμα που λείπει για να μπορέσει. Αλλιώς η λέξη μου θα μείνει άναση.
- Έλα να τα πάρουμε με τη σειρά. 24 είναι. Κάποιο θα αναγνωρίσει τη θέση του.
- Λες; Για πάμε... άλφα ... βήτα.... γάμα...

...και έβαζε δίπλα στη μισή λέξη το κάθε γράμμα. Τίποτα... καμιά ανάσα στον ορίζοντα. Έφτασε στο ω... το έβαλε κι αυτό. Τίποτα. η λέξη χλωμή...

- Πρέπει να βρω το γράμμα που λείπει...
- Μα έβαλες και τα 24
- Μπορεί να μην είναι μέσα σ αυτά. Κάπου πρέπει να υπάρχουν κι άλλα.
- Που θα το βρούμε;
 - Δεν ξέρω. Δε μπορεί, κάπου θα υπάρχει. Μόνο αυτά τα 24 υπάρχουν στον κόσμο; Πού υπάρχουν σκόρπια γράμματα; Δεν υπάρχουν γραφεία αζήτητων ή χαμένων γραμμάτων; 


Αφιερωμένο στην katabran για όλες τις φορές που μ έχει κάνει να νιώσω α-γράμματη και για το σχόλιό της στον καθρέφτη που έγειρε... 

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

ο καθρέφτης που έγειρε

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα Σ . Περπάταγε και χάζευε τις βιτρίνες που είχαν φώτα και φωτάκια και λαμπερά παιχνίδια.
Ξάφνου βρέθηκε μπροστά σ έναν καθρέφτη που του είχε φύγει το στήριγμα και είχε γύρει στο πλάι. Κοιτάχτηκε εκεί το Σ και αυτό που είδε ήταν ένα Μ.
Έγειρε το κεφάλι δεξιά για να αναγνωρίσει τον εαυτό του... μα τίποτα. Έκανε κατακόρυφο και είδε κάτι που έμοιαζε με W αλλά ζαλίστηκε και ξανάρθε στα ίσα του.
Έκλεισε τα μάτια για μερικά δευτερόλεπτα. Τα άνοιξε και κοίταξε πάλι τον πλάγιο καθρέφτη. Πάλι Μ.
Κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι και δίνει στον εαυτό του ένα χαστούκι για να έρθει στα ίσα του. Άουτς! Πόνεσε!
Με τις δαχτυλιές ζωντανές στο μάγουλο, ξανακοιτάει τον καθρέφτη. Πάλι στραβά!
Εκείνη τη στιγμή, περνάει ένα Κ που κρατούσε στα χέρια του ένα Α. Το ακουμπάει στον τοίχο σαν σκάλα, παίρνει και ένα Ρ για σφυρί και ένα Ι για καρφί, ανεβαίνει και ξαναβάζει τον καθρέφτη στην κανονική του θέση.
"Κοίτα πάλι", είπε το Κ.
Το Σ που είχε μείνει με το κεφάλι γυρτό τόση ώρα, κοιτάει και βλέπει ένα Ν. 

Βούρκωσαν τα μάτια του. Πού πήγε ο εαυτός του;
Ένα περαστικό Ο που τους παρατηρούσε τόση ώρα, κατάλαβε τι έγινε.
Πλησίασε, γλίστρησε απαλά κάτω απ το πλαγιασμένο μισό Μ - που του είχε μείνει η μια γραμμή εκτός καθρέφτη και φαινόταν σαν Ν - πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα για να φουσκώσει και σιγά σιγά σήκωσε το Σ. Εκείνο είχε σφαλίσει τα μάτια του. 
“Άνοιξε τα μάτια σου και κοίτα”. του είπε γλυκά το Ο.
Εκείνο δεν τα άνοιγε. Φοβόταν αυτό που θα έβλεπε.
“Δες! Μη φοβάσαι!” Του είπε με τρυφερή επιμονή το Ο.
Κοιτάει... και έλαμψε ολόκληρο! Νάτο πάλι το Σ! Ναι, είναι πάλι ο εαυτός του! Ουφ... τι ταραχή κι αυτή!
“Μα πως το έπαθα αυτό; - πως έπεσα;”
“Δεν έπεσες εσύ”, του είπε ένα Ε που ήταν δίπλα του.
“Τότε;”
“Ο καθρέφτης που κοίταγες έγειρε. Όχι εσύ.” 
Παραξενεύτηκε μ αυτή τη φράση. Έκλεισε πάλι τα μάτια σφιχτά και τα ξανάνοιξε να σιγουρευτεί.
Ήταν εκεί! Ήταν πάλι Σ. 
Αναγνώρισε τον εαυτό του, έφτιαξε μια ατίθαση τούφα απ τα μαλλιά του, που πέταγε, χαμογέλασε – σχεδόν αυτάρεσκα... είπε ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Κ στο Ρ στο Ι στο Ο - και ιδιαίτερα στο Α που έγινε σκάλα και που όλα μαζί το βοήθησαν να ξαναδεί καθαρά τις δικές του γραμμές, κοίταξε γλυκά στον καθρέφτη, το δρόμο πίσω του και κλείνοντας το μάτι στο Ε, συνέχισε τη βόλτα του, σφυρίζοντας έναν χαρούμενο ανέμελο ρυθμό.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

σου-ρεάλ


Ένα βράδυ – αν έβρεχε δε θυμάμαι – έπιασα ψιλοκουβεντούλα με τη Riski, με αφορμή μια απολύτως λογική της τοποθέτηση στην ανάρτηση με τον τίτλο Μαχίτο. Η επίσης απολύτως λογική συνοχή όσων λέγαμε, μ έκανε να κάτσω να μαζέψω μερικά  σουρεάλ στιγμιότυπα που είχα την τύχη να ζήσω. Ξέρετε, εκείνες οι κουβέντες που δεν έχουν καμία λογική και κανένα ζητούμενο, οι κουβέντες επίσης που προκύπτουν σε κάτι στιγμές που λες και το μυαλό σου έχει κάτσει στον ήλιο και παριστάνει τον τραχανά, είναι πολύ χαλαρωτικές, αρκεί βεβαίως να μην καίγεται ο διπλανός σου την ώρα που εσύ μελετάς το ρυθμό αποξήρανσης του τραχανά.

***
Είμαι με τη Βάσω (ναι, τη γνωστή φίλη με το σκουλήκι και τα χουφταλάκια ), και κάνουμε μια μεγάλη βόλτα στη βόρεια εύβοια, μέσα απ τους αγρούς..... οφείλω να δηλώσω πως είμαι αυτό που λέμε “παιδί της πόλης”.
κοιτάω λοιπόν έκθαμβη το θαύμα της φύσης... τα χωράφια δίπλα στο δρόμο σε οργασμό βλάστησης και γώ με ύφος παιδιού που του δείχνουν τα χρώματα του κόσμου για πρώτη φορά.

πω πωωω! χιλιάδες μικρές μαργαρίτεεεες! Όταν μεγαλώσουν δεν θα χωράνε στο χωράφι! αναφωνώ με ενθουσιασμό και κοιτάω τη Βάσω. 
Εκείνη γυρνάει αργά το κεφάλι της, σαν να είναι έτοιμο να σπάσει κάτι μέσα του. Το βλέμμα της είναι λίγο χαμένο λίγο καρφωμένο ... κι ακούγεται μια ίσια φωνή που δεν δείχνει τίποτα...

- χαμομήλια είναι
- ...

***
Σε μια παρόμοια βόλτα στην εξοχή, πάλι με τη Β. - ίσως να ήταν και την ίδια μέρα. Όπως οδηγώ,  βλέπω τρεις τέσσερις χαριτωμένες αγελαδίτσες να βόσκουν σε μια πλαγιά δίπλα μας. Ως χαζό παιδί χαρά γεμάτο θέλω να μοιραστώ τη βουκολική ομορφιά και λέω όλο ενθουσιασμό αφήνοντας το τιμόνι και χτυπώντας τα χεράκια!!!

- κοίτα-κοίτα!! μικρές αγελαδίτσες που βόσκουν!!! έχεις ξαναδεί τόσο μικρές;;;;

γυρνάει η Βάσω - κοιτάει αγελαδίτσες – κοιτάει εμένα - βλέμμα πάλι καρφωμένο. Μια απόγνωση διακρίνω. Δεν μπορώ να καταλάβω. Η φωνή και πάλι απ τα έγκατα.

- κατσίκες είναι
επιχείρημα φώτισε τα σκοτάδια μου
- μα έχουν στάμπες!
- ακριβώς!! έχεις ακούσει για τα παρδαλά κατσίκια που γελάνε;;;
- ...

***
ένα καλοκαίρι, σε μια θάλασσα, ναι, με τη Βάσω...

έχουμε βάλει όλο τον εξοπλισμό σαν υβ-κουστές και μπήκαμε να χαζέψουμε τα βάθη των ωκεανών. Κι εκεί που λικνίζομαι με την άνεση πέστροφας μέσα στο νερό, βλέπω ξαφνικά το θαύμα μπροστά μου. Κόντεψα να πάθω αναρρόφηση, έχασα το μπούσουλα, ήπια νερό απ τον αναπνευστήρα αλλά... ακάθεκτη... στάθηκα στην πλεύση μου! είδα το θαύμα της φύσης!!! να εκεί να κολυμπάει δίπλα μου! Οκ έπαιξαν σενάρια τρόμου στο μυαλό μου του τύπου, τώρα θα με ξεκοιλιάσει, αλλά η γοητεία να το βλέπω να περνάει δίπλα μου με μαγνήτισε. 
Κουνάω χέρια πόδια προς τη φίλη μου τη Βάσω, της κάνω νοήματα, της δείχνω προς τα κεί που κολυμπούσε το θαύμα... δεν καταλάβαινε. Της κάνω νόημα να βγει πάνω. Βγαίνω ... παίρνω και ανάσες γιατί η συγκίνηση ήταν μεγάλη και το νερό αλμυρό, βγαίνει και η Βάσω ανήσυχη.
- τι έπαθες; όλα καλά;
- είδες; είδες τι πέρασε από μπροστά μου;
- φύκι;
- όχι! μα δεν το είδες; ήταν υπέροχο!!!
- τι πέρασε τόσο υπέροχο που δεν το είδα;
- ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΞΙΦΙΑΣ!!!!
- Ζαργάνα ήταν
- ...

Και μερικά σφηνάκια για το δρόμο;

- ώχ!
- τι έπαθες;
- έπεσα απ τις παντόφλες!

***
χτυπάει τηλέφωνο
-ναι;
-έλα, κοιμάσαι;
-ναι
-ωραία. Και γώ στην τουαλέτα είμαι

***
χτυπάει τηλέφωνο;
- ναι;
- τι φωνή είναι αυτή;
- τι;
- χάλια ακούγεσαι
- ναι
- είσαι όντως;
- ναι
- τι έχεις;
- δε ..μπορώ...(βήχας)... να μιλήσω
- δεν είσαι μόνη σου;

***
σε οδηγό λεωφορείου σε άγνωστη γραμμή
- θέλω να κατέβω στην τάδε στάση. Θα μου πείτε ποιά είναι;
- ρωτήστε τον επομενο οδηγό...

***
σε ταξί 
- τι δουλειά κάνετε;
- φυσικός
- α! να σας ζητήσω μια χάρη;
- παρακαλώ
- θα μου πείτε τι να διαβάσω αρχικά σαν εισαγωή στη θεωρία του χάους
- την κόμη της βερενίκης του Γραμματικάκη.
- ευχαριστώ
- μπορώ να σας ζητήσω και γω μια χάρη;
- μα παρακαλώ! 
- με παντρεύεστε;
- ....

Αυτά για σήμερα!  Να χαίρεστε και να γελάτε! 

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

τα 10 του 11 που γίνανε 11





Σε συνέχεια της ευγενικής πρόσκλησης της Αυτής Μεγαλειότητος Κουίνης,  παραθέτω τα "καλύτερα" 10 του 11 που όμως έγιναν 11.  

1.  Αγαπημένη στιγμή. όταν σήκωσα το τηλέφωνο κι άκουσα μια 3μιση χρονών φωνούλα να μου λέει " νονά; έκανα μια ευχή για σένα. εύχομαι να είμαστε πάντα κοντά σου"
2.  Αγαπημένο άρωμα. η μυρωδιά της καταιγίδας.
3.  Αγαπημένο φαγητό. αυτό που ξεχνάς να φας, όταν η ζωή κυλάει μέσα σου με ορμή.
4.  Αγαπημένο γλυκό. αυτό που δεν ισοπέδωσε η οικειότητα. Και επειδή δεν είμαι φαν των γλυκών θα διορθώσω την αδικία   και θα προσθέσω την ερώτηση Αγαπημένο αλμυρό. Οι ελιές!!! (και ειδικότερα Θρούμπες Θάσου)
5.  Αγαπημένο ποτό. τζάμισον βέβαια. Με παγάκια να ακούγονται.
6.  Αγαπημένο βιβλίο. 'Με λένε Λέξη” Μαρία Μήτσορα.
7.  Αγαπημένο τραγούδι. Αν. Δημήτρης Μητσοτάκης και οι Ευδαίμονες.
8.   Αγαπημένη σειρά.  η  σειρά με την οποία άνοιγα τα 25 δώρα Μου, από την 1η ως την 25η του Δεκέμβρη.
9.   Αγαπημένη έξοδος. η... Ωθήσατε / Έλξατε
10. Αγαπημένη διαδρομή. απ το κάστρο της Μονεμβασιάς, ως κάτω στο χωριό, χέρι χέρι... στο απόλυτο σκοτάδι.

Και παραδίδω τη σκυτάλη και απευθύνω την πρόσκληση να συνεχίσουν το παίγνιον στους αγαπητούς και μη εξαιρετέους 

την παρέα του ola de palabras
Τηρίματα
Margo
όσοι θαρραλέοι δεν αναφέρονται παραπάνω... 

Ελπίζω να το απολαύσετε. Περιμένω με ανυπομονησία να σας διαβάσω.  

Σας φιλώ!  



Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

αντώνυμο άγγιγμα


τι απ όλα οφείλεται πού;
τι απ το τώρα χρωστάει στο τότε;
τι έχει ξεπληρώσει και τι μένει χρωστούμενο;
πώς εκείνα τα χάδια θα μπορούσαν τότε να τη λερώσουν;
πώς εκείνα τα χάδια θα μπορούσε τώρα να τα λερώσει;
πόσο μπορεί να τα αθωώσει το άλλοθι της απειρίας, της λαχτάρας αυτού που δεν ήξερε;
των αρχέγονων επιθυμιών που απαιτούν λύτρωση χωρίς να νοιάζονται για την πηγή.
το ένοχο άγγιγμα...
τι να χρεώσει και τι να πιστώσει;
πώς να μετρήσει με λογιστικές εξισώσεις άνισους λογισμούς;
αιώνες τώρα βλέπει το περίγραμμα σε σκιά.
το πρώτο ένοχο άγγιγμα από χέρια που δεν έπρεπε.
πού να το ακουμπήσει να μη λερωθεί και να μη λερώσει;
ψάχνει μεσ΄ στον πυρετό, τα αντίθετα και τ αντώνυμα για κείνο το χάδι που δεν τελείωσε ποτέ.
ο πυρετός γεννάει φαντάσματα - καίει το κορμί και η μνήμη του γεμίζει γνώριμες σκιές
αιώνες τώρα αντιπαλεύουν η ενοχή και η αθωότητα σε αλάνες παραφοράς.
“αν συνεχίσω, κάποτε θα με μισήσεις” είπε και πάγωσε το χέρι στο σημείο μηδέν.
στην αναμονή που δημιούργησε.
αιώνες τώρα αντιστέκεται στην ηδονή ονομάζοντάς την αναμονή.   

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

το κουκί, το ρεβύθι και η Αθηνά!

Το παρακάτω παραμύθι, το άφησε η Αθηνά ως σχόλιο στην προηγούμενη ανάρτηση. Επειδή δεν κάνει να μείνει εκεί ένα τέτοιο δημιούργημα, το βγάζω απ τη ντουλάπα και σας το παρουσιάζω με μεγάλη χαρά.

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν η κοκκινοσκουφίτσα και καθώς έτρεχε να πάει στη γιαγιά της, έκανε ρεκόρ στο 200άρι και αποφάσισε να ασχοληθεί με τον στίβο. Όμως επειδή μέχρι τότε το ρεκόρ το είχε η Χιονάτη, οι εκδότες των παραμυθιών φοβήθηκαν για σκάνδαλο και βάφτισαν την κοκκινοσκουφίτσα χελώνα και την Χιονάτη λαγό.

Το κόλπο αυτό, ξεγέλασε και τον κακό λύκο ο οποίος έχασε την κοκκινοσκουφίτσα και την έψαχναν, την έψαχνε, μέχρι που έφτασε έξω από το σπίτι που έμεναν τα 3 γουρουνάκια.

Αχά! Σκέφτηκε. Ευτυχώς τα 3 γουρουνάκια είχαν πονηρό μυαλό και μεταμφιέστηκαν σε σωματοφύλακες!

Μια και δυο λοιπόν, οι τρεις σωματοφύλακες, έδεσαν τον λύκο και τον πέταξαν σε ένα λιβάδι όπου έβοσκαν τα 7 κατσικάκια.

Πανικοβλήθηκαν τα κατσικάκια... Τι θα γινόταν άμα λυνόταν ο λύκος; Έφυγαν από το λιβάδι τρέχοντας και μπήκαν σε ένα σπίτι όπου βρήκαν 7 κρεβατάκια, 7 σερβίτσια, 7 καρέκλες, και 7 φορεσιές νάνων... Έβαλαν τα ρούχα κι έτσι ο λύκος δεν θα υποψιαζόταν 7 νάνους...

Ντυμένοι νάνοι όπως ήταν, χωρίς κανένα φόβο πια, πήγαν να παρακολουθήσουν αγώνα στίβου... Μόλις τους είδε η Χιονάτη, από τη χαρά της, σταμάτησε να αγωνίζεται και κάθισε μαζί τους στην εξέδρα. Αγόρασε και μια μηλόπιτα από μια πλανόδια... που σα να είχε περίεργη γεύση... λέτε να είχε δηλητήριο μέσα;

...φτάνει τώρα.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!

Τι; Θέλεις και συνέχεια;
Καλά.

Ξαφνικά που λες, ακούστηκε το ρολόι ντουν, ντουν, ντουν, ήταν 12! Το αμάξι της σταχτοπούτας έγινε αρβύλα, πετάγεται ένας γάτος από την γωνία και λέει: "επιτέλους! βρήκα το δεξί μου παπούτσι! Θα 'θελα να ξερα πώς βρέθηκε εδώ!"
Κι έδεσε καλά τα κορδόνια του ο παπουτσωμένος γάτος και σκόνταψε και χτύπησε τη μύτη του. Έψαξε για γιατρό, αλλά 12 τη νύχτα, τι να βρει; Ένας καλός ξυλουργός τον λυπήθηκε, τον περιέθαλψε και του έβαλε μια πολύ όμορφη ξύλινη μύτη. Του έδωσε και όνομα: Πινόκιο!

Ε, τώρα όντως φτάνει!!!



υ.γ Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες η πηγή του παραμυθιού είναι εδώ 

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

παραμύθι ποιώ




Θέλω να σου μιλήσω για τα παραμύθια. Για όλες τις πιθανές ερμηνείες αυτής της λέξης.
Τις κυριολεκτικές, τις μεταφορικές, τις τρυφερές, τις ενήλικες, τις γλυκόπικρες, τις παιδικές, τις ενικές, τις πληθυντικές και τις μόνιμα εφηβικές, για παραμύθια και παραμυθιάσματα, για μικρούς και μεγάλους, για “μικρούς” και “μεγάλους”. Για παραμύθι χαρισμένο, διαβασμένο, αγορασμένο, ακουσμένο, δανεικό, χρωστούμενο, πληρωμένο, νυχτερινό, πρωινό, καθιστό ή ξαπλωμένο, του δρόμου, του πεζοδρομίου, του μπαρ, του καναπέ, της στιγμής και ό,τι άλλο βάλει ο νους σου.
Το παραμύθι λοιπόν, όπως κι αν θες να το δεις, όποια εκδοχή του κι αν σου ταιριάζει τώρα δα, έχει κανόνες και αρχές. Και για έναν περίεργο λόγο, μοιάζει να ταιριάζουν σε όλων των ειδών τα παραμύθια και τα παραμυθιάσματα.

Θέλω να σου μιλήσω για τα παραμύθια. Δεν ξέρω γιατί. Για να μου φτιάξεις ένα ή για να σου πω ένα. Για να με παραμυθιάσεις για μια μέρα ή για να σε κοιμίσω για μια νύχτα.

Κόκκινη κλωστή δεμένη σε μπλογκάκι τυλιγμένη. Δώστου χάδι να γυρίσει, παραμύθι να γεννήσει.

Στο παραμύθι ο χρόνος είναι αόριστος. Ο τόπος είναι αόριστος. Οι ήρωες είναι ανώνυμοι.
Αν ο χρόνος γίνει ενεστώτας, ο τόπος ορισμένος κι οι ήρωες αποκτήσουν όνομα, τότε τελειώνει το παραμύθι. Μη με ρωτήσεις ούτε που πάει, ούτε τι γίνεται, ούτε πως το λένε μετά. Πάντως παραμύθι δεν θα είναι.

Όσο το υφαίνεις ή το ακούς, πρέπει να θυμάσαι μάτια μου, πως το φτιάχνεις για να φχαριστηθείς πρώτα εσύ. Κι αυτός που θα το ακούσει, που θα το πιστέψει ή που θα κάνει πως το πιστεύει, για τον εαυτό του θα το κάνει. Όσο καλό κι αν βγει το παραμυθάκι, κοίτα μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα και νομίσεις πως το έφτιαξες ή το πίστεψες, για τον άλλον. Ναι;

Το παραμύθι δεν πρέπει να ξεκινάει με το σπουδαιότερο σημείο της δράσης. Το αφήνεις για μετά. 
Α, και μην το τελειώσεις απότομα. Θέλει απαλά... το ξύπνημα απ το παραμύθι και η επιστροφή στην καθημερινότητα. Σαν πρωινό χάδι να είναι το τέλος του...

Στο παραμύθι, παρόντα στο ίδιο επεισόδιο πρέπει να είναι μόνο δύο πρόσωπα. Και μόνο μια ιστορία τη φορά. Αν έχεις πιο πολλές ιστορίες να παίζουν ταυτόχρονα και τα πρόσωπα σε κάθε σκηνή είναι πιο πολλά από δύο, τότε δεν θα έχουμε παραμυθάκι αλλά όπως λεν οι ειδικοί “λόγιο προϊόν”. Κι αυτό που θέλουμε και συ και γώ είναι παραμύθι. Για παραμύθι μιλάμε μην το ξεχνάς.

Αν ένα ρόλο τον βάλεις να τον παίξουν δύο πρόσωπα, τότε τα πρόσωπα αυτά θα είναι οι μικροί και οι αδύνατοι του παραμυθιού. Αν ποτέ με κάνεις ηρωίδα στο παραμύθι σου, μη με βάλεις να παίξω τον ίδιο ρόλο με κάποιον άλλον, γιατί θα χαθεί η ηρωική μου γενιά. Γιατί στα παραμύθια δεν θέλω να είμαι ούτε μικρή, ούτε αδύναμη. Γιατί οι ήρωες στα παραμύθια είναι πάντα νέοι, χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον.

Ήρθε η στιγμή να κάνουμε μια συμφωνία. Κανείς δεν θα πει και δεν θα μάθει περισσότερα για τη ζωή των ηρώων εκτός πλοκής. Θα αναφέρουμε μόνο πράγματα και ιδιότητες που έχουν σχέση με την υπόθεση. Να το προσέξεις αυτό γιατί αν δεν τηρήσουμε αυτόν τον κανόνα, το παραμύθι θα κρυφτεί και οι ήρωες θα χαθούν στα σοκάκια της πόλης. 

Τελειώνοντας θέλω να σου πω για τα υλικά. Στα παραμύθια χρησιμοποιούνται – χρόνια τώρα – σκληρά υλικά όπως μέταλλο, γυαλί ή διαμάντι. Μη σε τρομάξει η σκληρότητά τους. Είναι σκληρά μα είναι όλα λαμπερά, όπως πρέπει στα παραμύθια.

Γι αυτό, σε ό,τι πεις κι ό,τι σκεφτείς, μην ξεχάσεις ούτε μια στιγμή πως το παραμύθι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επινόηση, που “ωθεί τον ακροατή σου σε ονειροπόληση, εξιδανικεύοντας την πραγματικότητα” και πως όσο όμορφο κι αν είναι το παραμύθι σου... “Το τέλος κάθε παραμυθιού αποτελείται από την 'εξαφάνιση' του πεπρωμένου, που βυθίζεται πίσω στη ρουτίνα της καθημερινής ζωής ...

Καληνύχτα Κεμάλ...



Φωτογραφία από εδώ 

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Παραμύθι...




“...κάθε παραμύθι αρχίζει με την 'εμφάνιση ενός πεπρωμένου' η οποία εκδηλώνεται μέσα από μία ανωμαλία, και μία ανωμαλία πάντα οδηγεί σε μία άλλη. Έτσι δημιουργείται μία αλυσίδα ανωμαλιών. Και όσο πιο λογική, σφιχτά δεμένη και ουσιαστική είναι αυτή η αλυσίδα, τόσο πιο όμορφο είναι το παραμύθι. Με το 'όμορφο' εννοώ ζωτικό, που να σε απορροφά και να σε συνεπαίρνει. Η αλυσίδα των ανωμαλιών τείνει πάντα να οδηγεί πίσω στην ομαλότητα. Το τέλος κάθε παραμυθιού αποτελείται από την 'εξαφάνιση' του πεπρωμένου, που βυθίζεται πίσω στη ρουτίνα της καθημερινής ζωής ...”

Πιερ Πάολο Παζολίνι για τις “Χίλιες και Μία Νύχτες”
Πηγή κειμένου και φωτογραφίας:  Wikipedia