Σελίδες

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Ανάμνηση μέλλοντος

Η ψύχρα τη χτύπησε στο πρόσωπο. Ξαφνιάστηκε. Τι ώρα ήταν; προσπάθησε να θυμηθεί τι καιρό είχε το πρωί όταν μπήκε στο κτίριο. Δε μπόρεσε. Η ψύχρα και το ψιλόβροχο την ανάγκασαν να αφήσει τις πολυτέλειες. Έτσι κι αλλιώς, χρόνια τώρα, δεν βλέπει τις αλλαγές της μέρας. Δεν ξέρει αν έχει ήλιο ή βροχή ή κρύο, αν γλύκανε ή αν τσούζει. Τις εποχές τις καταλαβαίνει απ τα ρούχα που φοράει. Κατεβαίνει τη Λυκαβηττού και διασχίζει την Ακαδημίας απέναντι, να πάρει ταξί.

Η Ακαδημίας έρημη. Ένα δυό αυτοκίνητα, με προσοχή στο βρεγμένο δρόμο. Δεν πρέπει να έβρεξε πολύ. Ίσα να κάνει το δρόμο να γλυστράει. Δεν θέλει να δει τι ώρα είναι. Φάνηκε ένα ταξί. Έρχεται ήρεμα... Σταματάει ήσυχα μπροστά της. Κάθεται στο πίσω κάθισμα. Νιώθει να βουλιάζει σε μια γλυκιά ατμόσφαιρα.

Την περιμένει να καθίσει, να πάρει μια ανάσα.

- Καλησπέρα σας, ακούει τη φωνή του. Βαθιά, ήσυχη, ήρεμη, με μια δόση χαμόγελου που δε μπορεί να το δει όμως.
- Καλησπέρα σας. Στην Καλλιθέα πηγαίνω.
- Να κατεβούμε τη Συγγρού;
- Ναι, όπως νομίζετε καλύτερα...

Ξεκίνησε. το αυτοκίνητο αφέθηκε στο δρόμο ήσυχα. Κανένα τράνταγμα. Φώλιασε στο κάθισμα... Τον κοίταξε... φαινόταν γλυκός. Τα μάτια του ήταν μεγάλα με μια αδιόρατη μελαγχολία. Το αυτοκίνητο μύριζε φρέσκο καφέ. Λες και μόλις τον έψησε. Τι όμορφα μυρίζει ο καφές στην κούραση...

Μια μουσική ακουγόταν αλλά δε μπορούσε να εντοπίσει τι. Δεν ήθελε κιόλας. Έμεινε να μυρίζει τον καφέ και να κοιτάει εκείνον που κοιτούσε το δρόμο. Κοιτούσε και τους πλαϊνούς καθρέφτες. Χωρίς καμία αγωνία. Ο δρόμος ήταν δικός του. Τον κοίταζε γνώριμα και σίγουρα. Έβλεπε το χέρι του πάνω στο τιμόνι. Δεν το κρατούσε. Το είχε ακουμπήσει πάνω του συντροφικά. Ίσως να διέκρινε κι ένα άγγιγμα αλλιώτικο.

Πλησίαζαν στο σημείο που θα έστριβε.
- Μπορώ να σας ζητήσω μια χάρη; τον ρώτησε
- Παρακαλώ.. της είπε χαμογελώντας.
- Μπορούμε να συνεχίσουμε τη Συγγρού ως το τέρμα και μετά να ανεβούμε τη Βενιζέλου;
- Βεβαίως και μπορούμε.
- Σας ευχαριστώ πολύ.
Τώρα μπορούσε να απολαύσει τη διαδρομή που υπάρχει μόνο για κείνη. Μέσα σε ένα αυτοκίνητο που προσέχει πολύ τους κραδασμούς του. Με έναν οδηγό που έχει την έγνοια της. Πήρε βαθιά ανάσα. Ο καφές έχει γεμίσει τις αισθήσεις της. Εκείνος με το γλυκό του βλέμμα στο δρόμο και τα χέρια του στο τιμόνι.

Αφέθηκε να τον κοιτάει. Την μαγνήτιζαν τα χέρια του. Το άγγιγμα του. Είχε όμορφα δάχτυλα. Ακολουθούσε τις ελάχιστες διαδρομές τους. Προσπαθούσε να νιώσει την ανεπαίσθητη πίεσή τους στο δέρμα του τιμονιού. Ο δρόμος ήταν μόνο για κείνη.

Θα το ζήσω κάποτε αυτό. Απ τη δική του θέση... και μόνο νύχτα... σκέφτηκε και χάθηκε στην ανάμνηση του μέλλοντος.

2 σχόλια:

  1. μου αρέσουν πολύ οι ταξιγραφίες σου. Σερβίρετε βύσσινο στους καινούριους εδώ μέσα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. και βύσσινο και βυσσινάδα. Αλλά το ατού μας είναι το υποβρύχιο μαστίχα με παγωμένο νερό. (πως να κοντράρουν με το δικό σου βύσσινο; )

    Καλώς ήρθες. Σ ευχαριστώ και γω και οι ταξιγραφίες μου. Καμαρώνουν με τα λόγια σου... σαν μικρά παιδιά :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή