Σελίδες

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Το σκουλήκι είναι ένα ζωάκι όσο ο ελέφαντας!

    To σκουλίκι
Έχω αφήσει λοιπόν το pet στην άμμο και πλησιάζω προς τη σκηνή. Κάθομαι βαριά στην καρέκλα μου. Ήμουν πραγματικά απογοητευμένη.
-Τι έπαθες παιδί μου; Τι μούτρα είναι αυτά; Σε πείραξε το σκουλήκι να το τσακίσω;
- Ελααα, μη με κοροϊδεύεις! Είμαι εντελώς άχρηστη! Και ήθελα τόσο πολύ να ψαρέψω…
- Κάτσε βρε. Μην κάνεις έτσι. Θα βρούμε έναν τρόπο. Μη στεναχωριέσαι!

Φωτίστηκε το πρόσωπό μου! Η Βάσω άλλαξε στρατόπεδο!
Ξανασυννέφιασα
- Ει, τι έπαθες τώρα;

 - Ναι, αλλά εσύ τόσες μέρες με κοροϊδεύεις και μου κάνεις πόλεμο και δεν φτάνει που έχω να αντιμετωπίσω το ποδολάγνο τέρας έχω και σένα και…(συνέχισα με κείνη την ασταμάτητη γκρίνια που ούτε γω δεν άντεχα)
- Κάτσε να τα πάρουμε από την αρχή. (¨Ήξερε τον τρόπο να βάζει το μυαλό μου σε τάξη).
Πρώτον, δεν είναι μέρες, είναι μια μερούλα, κι αυτή μισή.
Δεύτερον, δε σε κοροϊδεύω απλά σε πειράζω λιγουλάκι.
Τρίτον, δεν είχα ποτέ καμιά συμπάθεια στο ψάρεμα. Και αναρωτιέμαι πως σου ήρθε να ψαρέψεις αφού τα ψάρια σου μυρίζουν ψαρίλα και όχι κοτοπουλίλα. Για να μην αναφέρω την αριστοκρατική σου συνήθεια να μην τρως ψάρι σε σπίτι παρά μόνο σε μαγαζί.
- Ε, εντάξει, δεν αντέχω την ψαρίλα. Έχω κάποιες ιδιορρυθμίες, δε λέω, αλλά το ψάρεμα είναι κάτι άλλο. Το ψάρεμα είναι ιδέα! Είναι άποψη…
- Ναι τρομάρα σου! Πότε πρόλαβες να το κάνεις και άποψη; Τέλος πάντων! Τι θέλεις να κάνουμε με τη μεγάλη ιδέα; Να πάμε σε κανένα σοβαρό ψαρά να ρωτήσουμε πως το πετάνε αυτό το πράμα; Να πάμε στο μαγαζί που άφησες τον μισό σου μισθό, να μας δείξει;
- Όχι! Ντρέπομαι. Θα το βρούμε μόνες μας. Ηλίθιες είμαστε; Το είπε ο άνθρωπος. Δε θέλει και πανεπιστήμιο πια!
- Άντε να δούμε. Τι λες να κάνουμε;
- Κοίτα, να πάρουμε τα πράγματα λογικά. (το βλέμμα της στο άκουσμα της λογικής άλλαξε αλλά δεν πτοήθηκα).Ποιος είναι ο στόχος μας; Να φτάσει το αγκίστρι με το ζώο μέσα στη θάλασσα και να το δουν τα ψάρια. Ναι;
-Φαντάζομαi.
- Ωραία! Αφού δε μπορώ να το στείλω ως εκεί, σκέφτηκα έναν άλλο τρόπο.
- Ανησυχώ, αλλά για πες.
- Θα βάλεις τα πέδιλα, θα βάλεις και τη μάσκα, θα πάρεις και το αγκίστρι και θα το πάς μέσα. Μόλις δεις κάπου ψάρια, θα το αφήσεις.
Έμεινε λίγο με ορθάνοιχτα μάτια και ακούνητα βλέφαρα αλλά συνήλθε γρήγορα.
- Δεν το πιστεύω ότι θα κάνω τέτοιο πράμα! Και θα με κοιτάνε και όλοι!.
- Μην το βλέπεις έτσι!
- Πώς να το δω;
- Ε,
σκέψου ότι βγάζεις το pet βόλτα μόνο που αντί για λουράκι έχει πετονιά!Θα σου το δώσω κρυφά το αγκίστρι. Δεν θα το δει κανείς.
- Μήπως να το βάλω και μέσα στο μαγιό μου;
- Μπαα… δεν είναι καλή ιδέα αυτό…
Πήρε βαθιά ανάσα, μουρμούρισε κάτι σαν «τι αμαρτίες πληρώνω άραγε…» και πήγε να πάρει βατραχοπέδιλα και μάσκα. 
Τα φόρεσε, της έδωσα και το ζώο στο χέρι, προσπαθώντας να μη δω το βλέμμα της μέσα από τη μάσκα γιατί σκιάζομαι κι εύκολα.

Πήγαινε… πήγαινε, κάποια στιγμή σταματάει, βγάζει το κεφάλι από το νερό και με εκδικείται φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Εδώ καλά είμαι;; Να το αφήσω;»
Είχαν γυρίσει όλοι και κοίταζαν. Δεν τόλμησα να ρωτήσω αν έχει ψάρια κάτω. Της έκανα νόημα να το αφήσει.
Ώσπου να επιστρέψει είχα τραβήξει την πετονιά με τη σιγουριά ότι θα έχει και ψάρι μαζί. Ελπίδες φρούδες.
Με το που έφτασε, της το ξαναδίνω. (που να βγάζει τώρα πέδιλα ..).
Δε μίλησε. Το πήρε στωικά και ξαναπήγε.
Να μην τα πολυλογώ, αυτό έγινε 4 φορές. Την 4η είχα πιάσει ψάρι! Άρχισα να χοροπηδάω σαν ινδιάνα μετά από προσευχή βροχής.
Οι γείτονες ξέσπασαν σε χειροκροτήματα!
Το ψάρι σπαρταρούσε στην άμμο.
Χμ…. αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Έπρεπε να το βγάλω από το αγκίστρι… Η Βάσω δεν είχε προλάβει να βγει ακόμα.
Πλησίασα προσεκτικά το ψάρι κοιτάζοντάς το με καχυποψία.
Βγαίνει επιτέλους και πλησιάζει.
- Μπράαβο! Έπιασες το πρώτο σου…ψάρι… ε, είναι λίγο μικρό αλλά για αρχή καλό είναι. Είσαι χαρούμενη τώρα;
- Μμμ…ναι… βέβαια… δε λέω….
- Τι είναι πάλι;
- Πως θα το βγάλουμε από κει;
- Α! Αυτό θα το κάνεις μόνη σου! Το ψάρι δεν το πιάνω!
- Δε μπορώ
- Γιατί;
- Μυρίζει ψαρίλα…
Πέρασαν μερικά λεπτά κρίσιμης ησυχίας. Πάλι βαθιά ανάσα.
- Δώς μου ένα χαρτί να το πιάσω.
- Τσακίστηκα και έφερα ένα κομμάτι χαρτί υγείας.
Το έπιασε και εντελώς αριστοτεχνικά το έβγαλε από το αγκίστρι. Την θαύμαξα!
Βάλαμε το ψάρι σε μια σακούλα και ετοιμάστηκα για νέες περιπέτειες!
- Ουπς!!! Πού είναι το pet;;;
- Στο στομάχι του ψαριού. Να το βγάλω μήπως; Είπε αγριούτσικα.
- Και τώρα;; Τι θα κάνουμε τώρα; Πως θα ψαρέψω;

Τέντωσε το μέτωπό της. Αυτό πρέπει να εννοούν όταν λένε «ίσιωσε».
Δεν είπα τίποτα. Γονάτισα στην άμμο και άρχισα να σκάβω. Κάθε σκάψιμο και βλέμμα λυπημένο προς τη Βάσω. Μόνο «άρφ» που δεν έκανα.
Δεν το άντεξε. Ήρθε και κείνη.
Μετά από λίγο εμφανίστηκε ΤΟ ΘΕΡΙΟ! Κάναμε και οι δύο πίσω από την τρομάρα μας.
- Αυτός πρέπει να είναι ο παππούς του προηγούμενου, λέει η Βάσω. Μήπως να κοιτάξουμε για κάτι σε μικρότερο νούμερο;
- Κι αν το επόμενο είναι
ο προπάππους;
- Τότε θα πούμε ότι ψάρεψες με φίδι. Άντε ας πιάσουμε αυτό.
Συνειδητοποίησε τον πληθυντικό, ξερόβηξε και το διόρθωσε.
- Άντε ας πιάσω αυτό.

Και το έπιασε!
Με κοίταξε. Κατάλαβε. Το πέρασε στο αγκίστρι (μη λέμε και τα ίδια).
- Πολύ μακρύ δεν είναι; Της λέω
- Κάμποσο. Λέει. Τι να το κάνω; Να το κόψω;
- Απαπαπα να λερώσουμε μαχαίρι με το σκουλήκι;
-
Με το χέρι δεν το κόβω που να χτυπιέσαι!
- Αν το διπλώσεις;
- Δεν είναι πετσετάκι.

- Όχι βρε κουτό! Θα πιάσεις την άλλη άκρη και θα το ξαναπεράσεις από το αγκίστρι. Ε;
- Άντε να το κάνω κι αυτό!
Τη λυπήθηκα αυτή τη φορά. Το σκουλήκι δεν άντεξε την ταλαιπωρία και έλιωσε στα χέρια της.
(Η ουρά τους μάλλον είναι πιο ανθεκτική από το κεφάλι τους. Σκέφτηκα ότι δεν είναι καλή ιδέα να αναλύσω την ανατομοφυσιολογία του σκουληκιού εκείνη τη στιγμή).
Τελικά τα κατάφερε.
Την κοίταξα. Με κοίταξε.
Δεν είπε κουβέντα. Ούτε και γω.
Πήγε και έβαλε πέδιλα και μάσκα.
Αυτή τη φορά το ψάρι το έπιασα στη 2η βόλτα.
Η χαρά μου απερίγραπτη. Των γειτόνων επίσης. Της Βάσως όχι.

Είχε νυχτώσει όμως είχαμε κουραστεί και από την ένταση των εμπειριών (sic). Είπαμε να σταματήσουμε.
Ωραίαααα! Είχαμε 2 μωρά στη σακούλα και μια πείνα που θέριευε.
- Πάμε στο χωριό να φάμε; μου λέει
- Και τα ψάρια μας; ρωτάω με το βλέμμα του προδότη.
- Δεν έχουμε τηγάνι, δεν έχουμε αλεύρι, δεν έχουμε λάδι. Αλλά ακόμα κι αν είχαμε, με ΑΥΤΑ θα χορταίναμε;

Δίκιο είχε. Αλλά τόσος κόπος να πάει χαμένος;
Με τα πολλά αποφασίσαμε να πάρουμε ψάρια, τηγάνι, λάδι κι αλεύρι.
Έτσι κι έγινε. Πήγαμε, ψωνίσαμε και επιστρέψαμε στη σκηνή.
- Θα κόψω εγώ τη σαλάτα. είπα με καμάρι!
- Μμμμ…με συγκινείς! Και τα ψάρια ποιος θα τα καθαρίσει και θα τα τηγανίσει;
- Εχμ…. ….
- Ναι ξέρω… Σου μυρίζουν ψαρίλα.

Ξεφύσηξε, πήρε τα ψάρια και πήγε στη θάλασσα να τα καθαρίσει
Τα καθάρισε, τα τηγάνισε και κάναμε ένα φαγητό μούρλια! Νοστιμότατα και τα μωρά!
- Ωραία φάγαμε. λέει η Βάσω. Και τώρα κάποιος πρέπει να πλύνει τα πιάτα!
Τρόμος ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου.
- Θα κάνουμε μια συμφωνία! Είπε αποφασισμένη.
- Εντάξει. Δέχομαι!
- Δεν άκουσες.
- Δεν πειράζει, δέχομαι ο,τι πεις.
- ΄Ο,τι πω;
- Ναι!
- Ωραία λοιπόν! Πρώτον. Δεν θα ξαναψαρέψεις όσο είμαστε εδώ. Δεύτερον. Όλα τα υπόλοιπα πιάτα, όλες τις υπόλοιπες μέρες θα τα πλένεις εσύ.
- …………….
- Δεν άκουσα;
- Ναι…
Ο άνθρωπος δεν πρέπει να παίρνει αποφάσεις υπό καθεστώς τρόμου.

Τελείωσε η βραδιά, ήταν και η κούραση της μέρας, είπαμε να πάμε για ύπνο.
Μπαίνω πρώτη στη σκηνή και μετά από λίγο μπαίνει και η Βάσω.
Με το που ξαπλώνει δίπλα, ένιωσα ότι σβήνω…
- Βρωμάς ψαρίλα! είπα αυθόρμητα! Ήταν αργά να το πάρω πίσω.
-
Ε ΟΧΙ! Έχω περάσει την αηδία της ζωής μου με τα σκουλήκια σου και τα ψάρια σου και ΤΟΛΜΑΣ να λες ότι βρωμάω ψαρίλα;;;;;

Ήταν εκτός εαυτού! Είχε χάσει κάθε ίχνος αντικειμενικότητας.

Σηκώθηκα και πήγα στο αυτοκίνητο να κοιμηθώ.
Η ψαρίλα δεν αντεχόταν με τίποτα…..

Υ.Γ 1: Το δώρο της Βάσως στα επόμενα γενέθλιά μου ήταν ένα καλάμι ψαρέματος! (Ναι, είμαι ακόμα φίλη της)
Υ.Γ 2: Μου έμεινε μια απορία. Το σκουλήκι θα μπορούσε να γίνει pet;


Καλό καλοκαίρι και καλές ψαριές σύντροφοι!!! Free skoyliki!!!

9 σχόλια:

  1. Εντάξει η φίλη σου είναι ο ορισμός της υπομονής!
    Και η ετικέτα: το μεγαλείο της φιλίας, έπρεπε να μπει και σ αυτό το επεισόδιο, όχι μόνο στο προηγούμενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χμμ... δεν ξέρω αν το καταλάβαμε και ίσως πρέπει να το κάνω σαφές....

    Για το μεγαλείο ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΜΟΥ φιλίας μιλούσα....
    Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν είναι σαφές αυτό;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εντάξει το συμπλήρωσα στις ετικέτες. Τώρα είναι πιο ξεκάθαρα τα πράγματα; (και μην ξεχνάμε οτι εκείνη είναι δίπλα στη θάλασσα -όπως και κάποιοι άλλοι, ονόματα δε λέμε- και με πήρε και τηλέφωνο να ακούσω το κυματάκι - μωρέ μωρέ - και γώ βράζω στο ζουμάκι μου...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλημέραααα
    Αν και είναι η τρίτη φορά που το διαβάζω, γελάω το ίδιο ακριβώς όπως και την πρώτη.....δηλαδή μέχρι δακρύων. Και ναι συμφωνώ ότι η φίλη σου είναι ο ορισμός της Υπομονής (όσο και αν σε πληγώνουμε :-P)
    Κωνσταντίνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Επ!! Καλώς σε Κωνσταντίνα!! Χαίρομαι που μπόρεσε η ιστορία να κάνει έστω και έναν να γελάσει :)

    (Τα περί της υπομονής και του υπέροχου ανεπανάληπτου ανυπέρβλητου χαρακτήρα της φίλης μου δεν θα σχολιάσω τίποτα, αλλά δεν είδα ΚΑΝΕΝΑΝ να αναρωτιέται πόσα πιάτα έχω πλύνει έκτοτε! ούτε μετανάστης στο αμέρικα τέτοιο πράμα)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Κόπιασα λίγο για να βρω τα σκουληκάκια σου αλλά άξιζε τον κόπο γιατί ήταν απολαυστικά! Όχι τα σκουληκάκια, οι ιστορίες τους. Αφού δεν το έκανε λοιπόν κανείς μέχρι τώρα, ας ρωτήσω εγώ: τελικά πόσα πιάτα έπλυνες έκτοτε; :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Έχω ρίξει απίστευτο γέλιο με τα σκουλίκια σου..Μου έφτιαξαν την μέρα! Καλησπέρα Soduck!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. silent, για κάποιο λόγο δεν είδα αυτό το σχόλιο...

    Λοιπόν, για πολλά χρόνια πλήρωνα για κείνο το ψάρεμα, με πλύσιμο πιάτων... σε καθημερινή βάση. Δεν έμπαινε καν το θέμα του μήπως να μην τα πλύνω εγώ έστω και για μια φορά...

    Αυτό είχε και ένα καλό, οτι απομυθοποίησα τον τρόμο του πλυσίματος πιάτων που είχα μέχρι τότε. Τώρα πια είναι παιχνιδάκι... :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Joker, το πως το χαίρομαι όταν κάποιος γελάει μ αυτή την ιστορία δεν το φαντάζεσαι. Είναι τόσο μα τόσο δική μου και τόσο μα τόσο αληθινή... (άσε που και γω ακόμα γελάω)

    Καλώς ήρθες :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή